Η Ελλάδα του μέλλοντος απέναντι στην Ελλάδα της επιδότησης
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Διαβάζοντας σήμερα στον ηλεκτρονικό τύπο, έπεσα πάνω σε δύο δημοσιεύματα που μου κίνησαν αμέσως το ενδιαφέρον και με έβαλαν σε βαθιές σκέψεις. Από τη μία πλευρά, η συνέντευξη του Κωνσταντίνου Δασκαλάκη και, από την άλλη, οι δηλώσεις του Αλέξανδρου Εξάρχου. Δύο κόσμοι εντελώς αντίθετοι, δύο νοοτροπίες που απλώς δεν συναντιούνται πουθενά. Από τη μία βλέπεις το λαμπρό, φιλόδοξο όραμα του Δασκαλάκη για το μέλλον και από την άλλη τρως την απότομη προσγείωση στη θλιβερή πραγματικότητα που εκπροσωπεί ο Εξάρχου. Και το πιο εντυπωσιακό από όλα; Ότι και οι δύο μιλάνε για το ίδιο ακριβώς πράγμα, για την ίδια πατρίδα.
Είναι πραγματικά να απορεί κανείς με την απόσταση που χωρίζει μια Ελλάδα που φιλοδοξεί να μπει σοβαρά στον παγκόσμιο χάρτη της γνώσης από την Ελλάδα που μένει κολλημένη στις παλιές, βολικές της συνήθειες. Ο Δασκαλάκης, ένας άνθρωπος που έχει μεγαλουργήσει στο εξωτερικό, έρχεται και μας καταθέτει μια πρόταση με πλάνο, ρήξεις και ουσία. Μας λέει ξεκάθαρα ότι δεν γίνεται να συνεχίσουμε να ζούμε με την ψευδαίσθηση των επιδοτήσεων και των δανεικών, γιατί πολύ απλά αυτό το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο και απλώς σπρώχνει τα προβλήματα κάτω από το χαλί για τις επόμενες γενιές.
Αντί να μένουμε απλοί καταναλωτές τεχνολογίας και να περιμένουμε πότε θα μας μοιράσουν κάποιο κονδύλι, ο Δασκαλάκης προτείνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Nα φτιάξουμε ένα σοβαρό Εθνικό Κέντρο Τεχνητής Νοημοσύνης, να στήσουμε δοκιμαστικά περιβάλλοντα καινοτομίας, να φέρουμε πίσω τα δυνατά μυαλά της διασποράς και να γίνουμε επιτέλους εμείς αυτοί που παράγουν αξία. Μας μιλάει με τη νοοτροπία του επιστήμονα που έχει μάθει να ανταγωνίζεται έξω, στην ανοιχτή θάλασσα, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
Και κάπου εκεί έρχεται η προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα μέσα από τα λόγια του κ. Εξάρχου. Από τη μία πλευρά, τον ακούς να καμαρώνει για τη χρηματοοικονομική ευελιξία του ομίλου του, για τα 950 εκατομμύρια που μάζεψε και για τα αυξημένα κέρδη της AKTOR, παρουσιάζοντας μια εικόνα απόλυτης επιχειρηματικής επιτυχίας. Μόνο που αυτά τα κέρδη και αυτή η γιγάντωση δεν ήρθαν μέσα από τη διεθνή ανταγωνιστικότητα ή την καινοτομία, αλλά μέσα από μια κλειστή, προστατευμένη εγχώρια αγορά. Μια αγορά που λειτουργεί ουσιαστικά ως καρτέλ, κάτω από την ομπρέλα, την κάλυψη και τη διαρκή στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία μοιράζει τα μεγάλα έργα και τους κοινοτικούς πόρους στους ίδιους και τους ίδιους παίκτες.
Και το θράσος της υπόθεσης αποκαλύπτεται αμέσως μετά, αφού μόλις αισθανθεί ότι μπορεί να έρθει μια δύσκολη μέρα με την ενεργειακή κρίση, η ίδια αυτή επιχειρηματικότητα που θησαυρίζει εκ του ασφαλούς σπεύδει να ζητήσει Ευρωομόλογα και νέα Ταμεία Ανακάμψης. Είναι η κλασική νοοτροπία του εγχώριου κατεστημένου που όταν τα πράγματα πάνε καλά και η πίτα μοιράζεται στα προστατευμένα στεγανά της αγοράς, τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται. Όταν όμως εμφανίζεται το παραμικρό ρίσκο, το βάρος μετακυλίεται αμέσως στις πλάτες της Ευρώπης και των φορολογουμένων.
Αυτή η νοοτροπία βέβαια δεν ανθίζει τυχαία, αλλά βρίσκει το τέλειο περιβάλλον στη σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη. Γιατί ενώ το όραμα του Δασκαλάκη προϋποθέτει ανοιχτούς ορίζοντες, διαφάνεια, αξιοκρατία και σύγκρουση με τα κακώς κείμενα, η πρακτική του κ. Εξάρχου κινείται στην πεπατημένη ενός κρατικοδίαιτου καπιταλισμού, που ζει και βασιλεύει χάρη στις πλάτες της εξουσίας.
Όσο λοιπόν συνεχίζουμε να βαφτίζουμε «ανάπτυξη» τα κέρδη των καρτέλ σε προστατευμένες αγορές και να τρέχουμε για κρατικά μαξιλάρια με την πρώτη αναταραχή, το όραμα του Δασκαλάκη θα φαντάζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Το θέμα για τη χώρα μας δεν είναι αν οι διάφοροι όμιλοι θα βγάζουν εκατομμύρια εκ του ασφαλούς ή αν η Ευρώπη θα μας δίνει κι άλλα πακέτα για να καλύπτουμε τις τρύπες μας.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν θα αποφασίσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την κρατικοδίαιτη νοοτροπία και να τολμήσουμε να δημιουργήσουμε με πραγματικούς όρους μέλλοντος. Να περάσουμε από την προστατευμένη μετριότητα στην κουλτούρα της πραγματικής καινοτομίας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

