Μπακογιάννη και Καρυστιανού ως υποκρισία της πολιτικής εκμετάλλευσης και μηχανισμού προπαγάνδας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος –  σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η συζήτηση γύρω από την πολιτική υποψηφιότητα της Μαρίας Καρυστιανού και η καταγγελία ότι «πατάει πάνω στον θάνατο του παιδιού της» για να επιτύχει πολιτική ανέλιξη, αναδεικνύει έναν από τους πιο επικίνδυνους μηχανισμούς προπαγάνδας που λειτουργούν μέσα από τη διαστρέβλωση και την υποκρισία. Όπως σε κάθε περίπτωση, το να αξιοποιούνται προσωπικές τραγωδίες ή πόνοι ως μέσο πολιτικής εκμετάλλευσης είναι ηθικά αμφιλεγόμενο, αλλά η συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται να δείχνει με πολύ έντονο τρόπο την υποκρισία και τις διπλές στάσεις που συχνά υιοθετούν πολιτικοί και τα μέσα ενημέρωσης, με στόχο να εξυπηρετήσουν πολιτικά συμφέροντα.

Καταρχάς, η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι μοναδική στον πολιτικό στίβο. Πολλοί πολιτικοί, όπως η Ντόρα Μπακογιάννη και ο γιος της, Κώστας Μπακογιάννης, έχουν χρησιμοποιήσει προσωπικές τραγωδίες και θύματα της ιστορίας τους ως κινητήριο δύναμη για την πολιτική τους ανέλιξη. Η Ντόρα Μπακογιάννη εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Ευρυτανίας μετά την τραγική δολοφονία του συζύγου της, Παύλου Μπακογιάννη, από τη τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη». Διετέλεσε Δήμαρχος Αθηναίων (2003-2006) και Υπουργός Εξωτερικών (2006-2009), ενώ διεκδίκησε ανεπιτυχώς την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας το 2009.

Η ίδια πορεία παρακολουθήθηκε και από τον γιο της, Κώστα Μπακογιάννη. Ο Κώστας Μπακογιάννης πολιτεύτηκε για πρώτη φορά στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου 2010, όταν εξελέγη Δήμαρχος Καρπενησίου. Η μετέπειτα πορεία του ήταν η εκλογή του ως Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας (2014) και Δήμαρχος Αθηναίων (2019-2023) Δήμαρχος Αθηναίων χρησιμοποιώντας την κληρονομιά της οικογένειάς του. Και οι δύο βρήκαν το πολιτικό τους μονοπάτι επάνω στην ίδια «σημαία», τον θάνατο, δηλαδή, του Παύλου Μπακογιάννη. Μήπως αυτό το γεγονός, που είναι τραγικό και αξιοσέβαστο, καθιστά ανήθικο ή υποκριτικό το δικαίωμα τους να πολιτεύονται;

Προφανώς όχι. Η χρήση τραγωδιών για να ενισχυθεί η πολιτική θέση ενός ατόμου είναι μια από τις πιο φυσιολογικές τακτικές στον πολιτικό κόσμο. Μήπως θα έπρεπε να απορρίψουμε αυτές τις υποψηφιότητες επειδή προήλθαν από προσωπικά βάσανα; Όχι φυσικά. Το να κατηγορούμε την Μαρία Καρυστιανού ότι «εκμεταλλεύεται» τον θάνατο της κόρης της είναι ακριβώς αυτό που κάνει η κυβερνητική προπαγάνδα. Μια προσπάθεια απαξίωσης μιας γυναίκας που πλήρωσε το υψηλότερο τίμημα και που έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τη δικαιοσύνη και την πολιτική της παρουσία.

Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Κώστας Μπακογιάννης βρήκαν την πολιτική τους θέση σε έναν ήδη διαμορφωμένο πολιτικό κόσμο, με ισχυρές σχέσεις και επιρροή, η Μαρία Καρυστιανού καλείται να παλέψει σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό, εκτός της κατεστημένης πολιτικής οικογένειας. Αυτό από μόνο του προκαλεί αναστάτωση και αποδοκιμασία από τα ίδια στελέχη και μέσα ενημέρωσης που για χρόνια εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυβερνητικής παράταξης.

Η πολιτική αναγνώριση και ο δημόσιος λόγος της Καρυστιανού δεν βασίζεται μόνο στη διαχείριση της προσωπικής τραγωδίας της. Αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα μιας επίμονης και διαρκούς προσπάθειας για να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα θύματα του δυστυχήματος των Τεμπών. Και αυτό, ανεξαρτήτως του πολιτικού της στόχου, είναι ένα κίνητρο που πρέπει να εκτιμηθεί και να στηριχθεί. Αντιθέτως, οι επιθέσεις που δέχεται από στελέχη και δημοσιογράφους της Νέας Δημοκρατίας, που με τη σειρά τους εκπροσωπούν την «παράταξη των Μπακογιάννη», είναι υποκριτικές και προσβλητικές για τη μνήμη του Παύλου Μπακογιάννη, αλλά και για την αξιοπρέπεια της Ντόρας και του Κώστα Μπακογιάννη.

Η κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία επικεντρώνονται στην απαξίωση της Καρυστιανού, προσπαθούν να τη μειώσουν επειδή αναγνωρίζουν τη δύναμη που έχει μια ανεξάρτητη και αυθεντική φωνή στην πολιτική σκηνή, ειδικά όταν αυτή προέρχεται από μια γυναίκα που έχει βιώσει την απόλυτη τραγωδία και αγωνίζεται για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Η υποκριτική στάση των κυβερνητικών παραγόντων να μιλούν για ηθική, όταν οι ίδιοι βασίζονται σε προπαγάνδα και πολιτικά κέρδη, κάνει σαφή την αποδοχή των διπλών ηθικών στάθμων.

Προσπάθεια μου δεν είναι να στηρίξω την Μαρία Καρυστιανού, καθώς θεωρώ ότι είναι ανεπαρκής να μπορέσει να πολιτευτεί, πολλώ δε μάλλον να κυβερνήσει. Ωστόσο, η ουσία αυτού του άρθρου είναι να αναδείξει τον μηχανισμό προπαγάνδας που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να επιτεθεί στην πολιτική πορεία της, προσπαθώντας να την απαξιώσει και να αποδυναμώσει την αυθεντικότητά της.

Εν κατακλείδι, ας αναγνωρίσουμε τη σοβαρότητα του πολιτικού εγχειρήματος της και ας κρίνουμε την ικανότητα της να διαχειριστεί τα θέματα που αφορούν την κοινωνία και την πολιτική, όχι μέσα από το προσωπικό της δράμα, αλλά μέσα από τις θέσεις και τις προτάσεις που μπορεί να φέρει στην πολιτική σκηνή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.