Μια χώρα που δουλεύει διπλά δεν αντέχει διπλά αφηγήματα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα σταθερότητας, όμως η πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και τα βαθύτερα διαρθρωτικά δεδομένα της χώρας δείχνουν ότι η σταθερότητα δεν είναι η ικανότητα να αλλάζεις αφήγημα ανάλογα με τις περιστάσεις. Είναι η ικανότητα να προβλέπεις, να σχεδιάζεις και να πορεύεσαι με συνέπεια. Όταν αυτό λείπει, η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση εντυπώσεων, ενώ τα προβλήματα συσσωρεύονται κάτω από το χαλί.
Η πρόσφατη έρευνα Workmonitor 2026 της Randstad αποτυπώνει με εντυπωσιακή καθαρότητα το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την καθημερινότητα. Το 51% των εργαζομένων στην Ελλάδα έχει ήδη δεύτερη δουλειά ή εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να αποκτήσει μία. Το ποσοστό αυτό δεν είναι απλώς υψηλό, αλλά υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2024 και πολύ πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Παράλληλα, σχεδόν τέσσερις στους δέκα έχουν αυξήσει ή σκοπεύουν να αυξήσουν τις ώρες εργασίας τους. Δεν πρόκειται για μια κοινωνία που «τρέχει μπροστά», αλλά για μια κοινωνία που εξουθενώνεται για να τα βγάλει πέρα.
Η εικόνα αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ έδειξε ότι ο μέσος μισθός το 2025 επαρκούσε για μόλις 18 ημέρες τον μήνα. Όταν ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, δεν υπάρχει περιθώριο για αισιοδοξία, όσο κι αν η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για «ισχυρή οικονομία». Η ανάγκη για δεύτερη δουλειά δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαστική προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ζωής παραμένει δυσανάλογα υψηλό. Κι όμως, αντί να αναγνωριστεί το πρόβλημα, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται διαρκώς σε επικοινωνιακές επιτυχίες και σε αφηγήματα που αλλάζουν ανάλογα με το τι βολεύει.
Την ίδια στιγμή, η Oxford Economics υπενθυμίζει ότι η δημοσιονομική βελτίωση, όσο θετική κι αν είναι, δεν αρκεί για να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Το χρέος αποκλιμακώνεται, αλλά η πραγματική πρόκληση βρίσκεται αλλού. Στη δημογραφική γήρανση και στη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Η Ελλάδα γερνάει ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη διάμεση ηλικία να αυξάνεται κατά 3,8 έτη μέσα σε μία δεκαετία. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη στο μέλλον θα πρέπει να στηριχθεί στην παραγωγικότητα και στις επενδύσεις, τομείς στους οποίους η χώρα εξακολουθεί να υστερεί.
Η γήρανση του πληθυσμού δεν είναι απλώς ένα στατιστικό εύρημα. Είναι μια πραγματικότητα που πιέζει το ασφαλιστικό, την υγεία, την αγορά εργασίας και τελικά την ίδια την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Όταν οι νέοι είτε μεταναστεύουν είτε εξαναγκάζονται σε πολλαπλές δουλειές για να επιβιώσουν, το ανθρώπινο κεφάλαιο αποδυναμώνεται. Κι όταν το ανθρώπινο κεφάλαιο αποδυναμώνεται, καμία δημοσιονομική επιτυχία δεν μπορεί να μετατραπεί σε βιώσιμη ανάπτυξη.
Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή κρίση. Από τη μια κοινωνία που δυσκολεύεται να ζήσει αξιοπρεπώς και από την άλλη μια δημογραφική δυναμική που υπονομεύει το μέλλον της. Αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν αντιμετωπίζονται με ευέλικτα αφηγήματα ούτε με επικοινωνιακές μετατοπίσεις. Απαιτούν στρατηγική, συνέπεια και πολιτικές που κοιτούν πέρα από τον εκλογικό κύκλο.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Η κυβέρνηση επιλέγει να προσαρμόζει το αφήγημά της ανάλογα με το τι εξυπηρετεί τη στιγμή, αντί να διαμορφώνει μια συνεκτική πορεία που να απαντά στις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Η σταθερότητα που επικαλείται δεν είναι σταθερότητα πολιτικής, αλλά σταθερότητα επικοινωνίας. Και αυτή η μορφή σταθερότητας, όσο καλοστημένη κι αν είναι, δεν μπορεί να στηρίξει μια κοινωνία που γερνά, που δουλεύει υπερβολικά και που δυσκολεύεται να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Χωρίς συνέπεια, χωρίς πρόβλεψη και χωρίς πραγματικό σχεδιασμό, η πολιτική παύει να είναι εργαλείο προόδου και γίνεται απλώς μηχανισμός εντυπώσεων. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα αφήγημα που αλλάζει. Έχει ανάγκη από μια στρατηγική που αντέχει.

