Τα άκρα φωνάζουν αλλά το κέντρο ψιθυρίζει πιο ακραία

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η βία, από όπου κι αν προέρχεται και προς όποιον κι αν κατευθύνεται, δεν μπορεί ποτέ να γίνει ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το περιστατικό στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου ο Υπουργός Υγείας δέχθηκε επίθεση με ένα αυγό και ένα μπουκάλι νερό, είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να εκφράζεται με αντικείμενα, φωνές και προπηλακισμούς. Η διαφωνία είναι θεμιτή, αλλά η βία όχι. Κι όμως, κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, αντί να λειτουργήσει ως αφορμή για συλλογική αυτοκριτική, μετατρέπεται σε εργαλείο για να ενισχυθούν οι ήδη υπάρχουσες γραμμές διαχωρισμού.

Δεν άργησαν να εμφανιστούν οι γνωστοί κυβερνητικοί κονδυλοφόροι που έσπευσαν να αξιοποιήσουν το γεγονός για να επιτεθούν στα «άκρα». Με τέτοια σφοδρότητα μάλιστα, που η υπερβολή τους σχεδόν σκίασε το ίδιο το περιστατικό. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο ως απόδειξη μιας γενικευμένης απειλής από την ακροδεξιά και την ακροαριστερά, περισσότερο θύμιζε επικοινωνιακή στρατηγική παρά ψύχραιμη πολιτική ανάλυση. Κι όταν η υπερβολή γίνεται εργαλείο, τότε η αξιοπιστία υπονομεύεται και η συζήτηση εκτρέπεται.

Αυτό όμως που σπάνια συζητείται είναι ότι τα άκρα δεν βρίσκονται μόνο δεξιά και αριστερά. Υπάρχουν και τα «ακροκεντρώα» φαινόμενα, εκείνες οι συμπεριφορές που, ενώ ντύνονται με τον μανδύα της μετριοπάθειας, είναι εξίσου ακραίες στην ουσία τους. Για παράδειγμα, η δουλειά ενός υπουργού είναι να ενημερώνει για το έργο του. Όταν όμως κάποιος εμφανίζεται στα ΜΜΕ σχεδόν αποκλειστικά για να προκαλέσει, να σχολιάσει άσχετα θέματα ή να δημιουργήσει θόρυβο αντί για ουσία, τότε η επικοινωνία παύει να είναι εργαλείο ενημέρωσης και γίνεται αυτοσκοπός. Αυτό δεν είναι λιγότερο ακραίο από τις υπερβολές των άκρων· απλώς εκφράζεται με πιο κομψό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και για τη μετατροπή των πολιτικών σε influencers. Η συνεχής παραγωγή βίντεο, επαγγελματικών φωτογραφιών και καθημερινών αναρτήσεων δεν είναι μια αθώα συνήθεια. Απαιτεί χρήματα, οργάνωση, συνεργεία, χορηγούς. Κι όταν ένας πολιτικός εμφανίζεται να λειτουργεί περισσότερο ως brand παρά ως θεσμικός παράγοντας, εύλογα γεννάται το ερώτημα: από πού χρηματοδοτείται όλο αυτό; Ποιος πληρώνει για την εικόνα; Και κυρίως, τι περιμένει ως αντάλλαγμα; Αν αυτό δεν είναι ακραία πρακτική, τότε ποια είναι;

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο της σύγκρουσης ρόλων, όταν πολιτική θέση αξιοποιείται για προσωπικό οικονομικό όφελος, όπως συνέβη με τηλεπωλήσεις που έγιναν υπό την ομπρέλα βουλευτικής και έμμεσα υπουργικής ιδιότητας. Η γραμμή ανάμεσα στο δημόσιο λειτούργημα και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα θολώνει επικίνδυνα. Κι όταν θολώνει, δεν μιλάμε πια για απλή υπερβολή, αλλά για μια μορφή ακρότητας που απλώς δεν φωνάζει, ψιθυρίζει.

Σε όλα αυτά προστίθενται και άλλες «ακροκεντρώες» συμπεριφορές, όπως η επίκληση της «κανονικότητας» ως απόλυτης αλήθειας, η ταύτιση κάθε κριτικής με τοξικότητα, η μετατροπή της πολιτικής σε προϊόν marketing, η ηθική ανωτερότητα του «ορθολογικού κέντρου» που αντιμετωπίζει κάθε αντίθετη άποψη ως υπερβολή. Είναι μορφές ακραίας στάσης που δεν εκδηλώνονται με φωνές ή επεισόδια, αλλά με μια αργή, σταθερή διάβρωση του δημόσιου λόγου.

Έτσι, ενώ όλοι συμφωνούμε ότι η βία πρέπει να καταδικάζεται χωρίς αστερίσκους, συχνά ξεχνάμε ότι και η υποκρισία είναι μια μορφή βίας, πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου διαβρωτική. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από αυτούς που πετούν αντικείμενα. Κινδυνεύει και από αυτούς που πετούν μάσκες με το ένα χέρι και τις ξαναφορούν με το άλλο.

Κι αφού αύριο είναι η Καθαρή Δευτέρα, ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε ότι οι μάσκες είναι για τις γιορτές, όχι για την πολιτική. Γιατί όταν η πολιτική γεμίζει με μεταμφιέσεις, τότε το μόνο που μένει αληθινό είναι η σύγχυση. Και η δημοκρατία δεν αντέχει άλλη σύγχυση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.