«Εδώ ήταν η Πατρίδα!»
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Σήμερα, μαζί με το νέο βίντεο που ανάρτησε ο Αντώνης Σαμαράς με περιεχόμενο «Δεν με νοιάζει ποιος θα χάσει την καρέκλα του, με νοιάζει να μη χάσει η Ελλάδα» και έτυχε να δω, ο φίλος Δημήτρης Κεκερής μού έστειλε την ίδια στιγμή τον σύνδεσμο με το βίντεο της δευτερολογίας του στην Πολιτική Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας τον Μάρτιο του 2015, το οποίο και επισυνάπτω. Τι θυμήθηκες τώρα ρε φίλε, σκέφτομαι από μέσα μου.
Αξίζει να το παρακολουθήσει με προσοχή κανείς, καθώς βλέποντας ξανά εκείνες τις εικόνες, καταλαβαίνει τι πραγματικά εστί Αντώνης Σαμαράς. Ομολογώ πως ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Ακούγοντας τις λέξεις του, βγαλμένες μέσα από την ψυχή ενός ανθρώπου που πάλευε στην πιο άγρια καταιγίδα της μεταπολίτευσης, δεν βλέπεις έναν πολιτικό να βγάζει ξύλινο λόγο. Βλέπεις έναν άνθρωπο εξαντλημένο αλλά αλύγιστο, που σου μιλάει χωρίς επικοινωνιακά περιτυλίγματα και ψεύτικα χαμόγελα. Όταν τον ακούς να λέει με παράπονο και αφοπλιστική ειλικρίνεια «δεν ερχόμουν σπίτι μου», «δεν έβγαζα δελτία τύπου», «εδώ ήταν η πατρίδα», καταλαβαίνεις τι σημαίνει να ξεχνάς τον εαυτό σου, την οικογένεια σου, την υγεία σου, την ίδια σου τη ζωή, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, μόνο και μόνο για να κρατήσεις τη χώρα σου όρθια.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπηρή γιγαντομαχία, πόση πικρία ξεχειλίζει όταν θυμάται εκείνο το «μας κόψανε 1,5 χρόνο»! Είναι μια φράση που λειτουργεί σαν γροθιά στο στομάχι για καθένα που αντιλαμβάνεται τι προσπάθεια γινόταν τότε. Να βλέπεις την Ελλάδα να βγαίνει σιγά-σιγά στο φως, να αρχίζει να πέφτει η ανεργία, να μπαίνουν οι βάσεις για σταθερότητα, και ξαφνικά να σου κόβουν το νήμα στη μέση, όχι γιατί απέτυχες, αλλά γιατί κάποιοι προτίμησαν τα κομματικά παιχνίδια από το μέλλον της πατρίδας.
Αυτή η απόλυτη αυτοθυσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ζωντανή ενσάρκωση της ιστορικής ρήσης του Τζον Φ. Κένεντι, «Μην αναρωτιέστε τι μπορεί να κάνει η πατρίδα σας για εσάς, αλλά τι μπορείτε να κάνετε εσείς για την πατρίδα σας». Η εμβληματική αυτή φράση εκφωνήθηκε στην εναρκτήρια ομιλία του (Inaugural Address) στις 20 Ιανουαρίου 1961, μέσα στο τεταμένο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος καλούσε τους πολίτες σε ενεργό συμμετοχή και υπέρβαση του ατομικού συμφέροντος για τη σωτηρία του έθνους.
Όπως ο Κένεντι εκπροσώπησε μια νέα γενιά ηγεσίας που απαίτησε υπέρβαση του ατομικισμού και κάλεσε σε συνειδητή αυτοθυσία για τη σωτηρία του έθνους, έτσι και ο Αντώνης Σαμαράς λειτούργησε ως ηγέτης της εθνικής ευθύνης στην πιο κρίσιμη καμπή της νεότερης Ελλάδας. Και οι δύο ηγέτες συμπίπτουν στη βαθιά πεποίθηση ότι η πραγματική ηγεσία δεν μετριέται με την άνεση ή τη δημοφιλία, αλλά με την προθυμία του ηγέτη να βάλει το μέλλον της πατρίδας πάνω από το προσωπικό, κομματικό ή πολιτικό κόστος.
Αυτή ακριβώς η αδιαπραγμάτευτη ηθική πυξίδα είναι που εξηγεί απόλυτα και τη σημερινή του πορεία. Όταν έχεις μάθει να ματώνεις για την πατρίδα και να βάζεις το εθνικό συμφέρον πάνω από αξιώματα, δεν μπορείς να σωπάσεις όταν βλέπεις πράγματα που θεωρείς λάθος. Γι’ αυτό άσκησε σκληρή, αμείλικτη, αλλά βαθιά πατριωτική κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Γι’ αυτό δεν υπολόγισε τη διαγραφή του, ούτε φοβήθηκε την απομόνωση. Και γι’ αυτό ακριβώς σήμερα, η κουβέντα που ανοίγει για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα δεν είναι μια σπασμωδική κίνηση εκδίκησης, αλλά η μόνη φυσική, αξιοπρεπής και αναγκαία εξέλιξη μιας αταλάντευτης πορείας ευθύνης.
Στο τέλος της δευτερολογίας του, ο Αντώνης Σαμαράς, φανερά συγκινημένος, δάκρυσε. Αυτό το βίντεο και αυτή η στιγμή δεν προβλήθηκαν ποτέ και δεν χρησιμοποιήθηκαν επικοινωνιακά για να τα εκμεταλλευθεί τότε, αλλά ούτε και σήμερα επικοινωνιακά. Γεγονός που αναδεικνύει την αυθεντική, έντιμη καταγωγή, το ήθος, την ειλικρίνεια, τον σεβασμό και την ευγένεια αυτού του ανθρώπου.
Και επανέρχομαι στο σημερινό του βίντεο. Όταν όλη σου η ζωή διέπεται από αυτές τις αρχές, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να συμπυκνώνεται σε μια φράση που αντηχεί ως προσκλητήριο αγώνα και εθνικής συνείδησης. «Δεν με νοιάζει ποιος θα χάσει την καρέκλα του, με νοιάζει να μη χάσει η Ελλάδα!»

