Ο συμβολισμός του 25% για τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Έκπληξη προκάλεσε η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο 25% ως κάποιου είδους ορόσημο εκλογικής αποτυχίας. Δεν συνηθίζεται, ούτε ο ίδιος είχε καταφύγει ποτέ σε τόση συγκεκριμενοποίηση των εκλογικών στόχων. Προφανώς λοιπόν υπάρχουν σαφείς πολιτικοί και επικοινωνιακοί λόγοι για αυτή την επιλογή.
Πολλοί μιλούν για εσωκομματική ανάγκη. Ο καθορισμός ενός τέτοιου ορίου, εφόσον προεκλογικά δεν υπάρξουν αντιδράσεις, σε περίπτωση επίτευξης του κόβει προκαταβολικά κάθε μετεκλογική κουβέντα για αποχώρηση του.
Άλλοι τονίζουν ότι ο πρωθυπουργός υπενθυμίζει έτσι, ότι αν δεν υπάρχει δυνατότητα αξιοποίησης του εκλογικού μπόνους εδρών θα οδηγηθούμε σε ακυβερνησία και δεύτερες εκλογές, οπότε καλό θα ήταν οι ψηφοφόροι να σκεφτούν δίπλα την ψήφο διαμαρτυρίας και την αναταραχή που μπορεί να προκαλέσει.
Βέβαια, από την άλλη μεριά, θα έλεγε κανείς ότι δίνει κίνητρο σε όσους αμφισβητούν την κυριαρχία του, σε μέρος της αποχής, ακόμη και σε εσωκομματικούς αντιπάλους να κινητοποιηθούν ώστε να εξαντληθούν οι πιθανότητες κατάληξης σε ένα ανάλογο αποτέλεσμα.
Τι παραπάνω όμως μπορεί να σημαίνει αυτό το ξεκαθάρισμα στόχων και δικών του μετέπειτα κινήσεων; Θεωρητικά δύο είναι τα υπαρκτό σενάρια. Ένα ασφαλές κι ένα επισφαλές για τον ίδιο.
Το καλό σενάριο στηρίζεται στη δημοσκοπική σιγουριά ενός καλύτερου ποσοστού. Έτσι κλείνει η συζήτηση για εσωκομματικές διαδικασίες και διατηρεί προκαταβολικά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ομως υπάρχει αρκετός χρόνος ως τις εκλογές, εσωτερικά και διεθνή γεγονότα που δεν αποκλείεται να επηρεάσουν καίρια τις εξελίξεις. Επιπρόσθετα, κανείς δεν γνωρίζει ποια σχήματα θα βρεθούν στην κάλπη, είτε καινούρια, είτε από συνεργασία υπαρχόντων.
Το κακό σενάριο προκύπτει από μια γενικευμένη απογοήτευση που δεν ξέρουμε πώς θα εκφραστεί. Και τότε όμως ίσως θεωρεί ότι με την τωρινή του δήλωση θέτει ο ίδιος το πλαίσιο δράσης της ΝΔ, είτε αποχωρώντας οριστικά χωρίς οποιασδήποτε πίεση, είτε θέτοντας εαυτόν στη διαθεσιμότητα ενός ελεγχόμενου κομματικού μηχανισμού που θα απαιτήσει την παραμονή του, δημιουργώντας έτσι ένα προκατασκευασμένο από πριν σκηνικό ηγεμονίας.
Ο, τι από αυτά κι αν ασπαστούμε, παραμένει αναπάντητη ανάγκη κάποιος που δηλώνει και φαίνεται ότι δεν θα χάσει την πρώτη θέση στις εκλογές, να εγκλωβιστεί μόνος του σε εκλογικούς στόχους και να μη διακηρύξει, όπως έκανε τόσον καιρό, ότι απλώς η μη αυτοδυναμία θα φέρει άμεσα δεύτερη εκλογική μάχη. Έχει αλλάξει κάτι πού δεν γνωρίζουμε; Έχει προκύψει κάποιος άγνωστος σε εμάς παράγοντας που σπρώχνει τον Μητσοτάκη να ταυτίσει το πολιτικό του μέλλον με αυτό το δίλημμα; Και τελικά μήπως σημαίνει κάτι σε σχέση με το “δαχτυλίδι” για τη διαδοχή του;

