Μια εξωτερική πολιτική που αλλάζει σενάριο χωρίς να αλλάζει ρόλους
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η ελληνική εξωτερική πολιτική μοιάζει σήμερα με μια παράσταση όπου το σενάριο αλλάζει κάθε πέντε λεπτά, αλλά οι ηθοποιοί επιμένουν να παίζουν σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Από τη μία, η κυβέρνηση διακηρύσσει με θρησκευτική ευλάβεια, πανηγυρίζει για τα «ήρεμα νερά», την ανάγκη αποφυγής εντάσεων, τη σταθερότητα ως υπέρτατη αρετή. Από την άλλη, μέσα σε λίγες ώρες, στέλνει φρεγάτες, Belharra, anti‑drone συστήματα και F‑16 στην Κύπρο και πάλι πανηγυρίζει. Τελικά τι από τα δύο ισχύει; Εκτός αν τα «ήρεμα νερά» είναι απλώς η νέα ονομασία για το Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο όταν πάνω τους πλέουν μόνο δικά μας πλοία.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι απλώς πολιτική αδεξιότητα, αλλά στρατηγική αυτοϋπονόμευση. Γιατί στη διεθνή σκηνή, το πρώτο πράγμα που χρειάζεσαι δεν είναι όπλα, αλλά αξιοπιστία. Και αξιοπιστία δεν χτίζεις όταν ο άλλος δεν ξέρει αν πρέπει να σε πάρει στα σοβαρά ή να πιστέψει ότι έβγαλες τα πλοία για να δεις αν κουνιούνται οι βάρκες στο Ζύγι.
Η αποστολή της Κίμων και των F‑16 στην Κύπρο, μετά την επίθεση ιρανικού drone στη βάση του Ακρωτηρίου, παρουσιάστηκε ως «εθνική υπευθυνότητα». Όμως όταν μια χώρα που επί χρόνια επενδύει στην εικόνα της «ηρεμίας», την ώρα που άλλοι μιλούν για «γαλάζιες πατρίδες», εκδίδουν navtex και υπογράφουν παράνομα τουρκολιβικά μνημόνια, εμφανίζεται ξαφνικά με στρατιωτική παρουσία σε μια περιοχή που βράζει, το μήνυμα που εκπέμπει δεν είναι αποφασιστικότητα αλλά σύγχυση. Ο Clausewitz θα το έβλεπε καθαρά, υπενθυμίζοντας στη σημερινή κυβέρνηση ότι η στρατηγική δεν είναι μια αλληλουχία αντιδράσεων, αλλά η ικανότητα να ευθυγραμμίζεις μέσα και σκοπούς. Κι όταν οι σκοποί αλλάζουν ανάλογα με το δελτίο ειδήσεων, τα μέσα παύουν να μοιάζουν με σχέδιο και αρχίζουν να θυμίζουν σπασμωδικές κινήσεις.
Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Η Ελλάδα επιμένει να λειτουργεί με όρους εσωτερικής κατανάλωσης, όχι διεθνούς πραγματικότητας. Η εξωτερική πολιτική δεν υπηρετεί τις ανάγκες της χώρας, αλλά τις ανάγκες της εικόνας της κυβέρνησης. Το δόγμα των «ήρεμων νερών» έχει γίνει αυτοσκοπός, μια ψευδαίσθηση ότι η αποφυγή της έντασης ισοδυναμεί με στρατηγική. Όμως, όπως θα σημείωνε και πάλι ο Clausewitz, όταν ο αντίπαλος επιδιώκει την αποφασιστική σύγκρουση, η στρατηγική των ελιγμών είναι δυνατή μόνο όταν υπάρχει ισορροπία δυνάμεων και κοινή επιθυμία αποφυγής της τελικής έκβασης. Αν ο ένας παίκτης θέλει να φτάσει στα άκρα, επιβάλλει τον νόμο του στον άλλον. Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στη λογική της «ηρεμίας», μοιάζει να μην έχει αποφασίσει αν θέλει να παίξει ή να παρακολουθεί.
Την ίδια στιγμή, η αριστερά αντιμετωπίζει την αποστολή στρατιωτικών μέσων στην Κύπρο ως «στρατιωτικοποίηση» και «ευθυγράμμιση με ιμπεριαλισμούς», αναπαράγοντας μια ανάγνωση του κόσμου που παραμένει προσκολλημένη σε οικονομιστικές ερμηνείες και στη λογική της «πάλης των τάξεων». Ο Marx και ο Engels, στην προσπάθειά τους να αναδείξουν το οικονομικό υπόβαθρο της πολιτικής ισχύος, ταύτισαν τη βία με τις σχέσεις εξουσίας και ερμήνευσαν τον πόλεμο ως έκφραση ταξικών συγκρούσεων. Όμως η σύγχρονη διεθνής πραγματικότητα δεν λειτουργεί με τέτοια μονοδιάστατα εργαλεία. Η ισχύς δεν είναι απλώς παράγωγο της οικονομίας, ούτε οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά με όρους εκμετάλλευσης. Η αριστερά, όμως, επιμένει να βλέπει την παγκόσμια σκηνή σαν μια τεράστια εκδοχή της «ταξικής πάλης», αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι οι σύγχρονοι ανταγωνισμοί είναι πολυεπίπεδοι, τεχνολογικοί, ενεργειακοί, πολιτισμικοί και στρατηγικοί.
Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε μια κυβέρνηση που φοβάται να χαράξει πραγματική στρατηγική και σε μια αντιπολίτευση που φοβάται να εγκαταλείψει τα θεωρητικά της καταφύγια. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα που δεν αντέχει τον κόσμο όπως είναι. Η χώρα καλείται να διαχειριστεί κρίσεις, πολέμους και ανακατατάξεις ισχύος με πολιτικό προσωπικό που είτε προσποιείται ότι όλα μπορούν να λυθούν με «ηρεμία» είτε πιστεύει ότι όλα εξηγούνται με «εκμετάλλευση». Και στις δύο περιπτώσεις, η πραγματικότητα μένει έξω από το κάδρο.
Ο Clausewitz έγραφε ότι «δεν νικάμε τον εχθρό καταστρέφοντας τη φυσική του ύπαρξη, αλλά εκμηδενίζοντας την ελπίδα του να νικήσει». Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η πολιτική τάξη μοιάζει να εκμηδενίζει τη δική της ελπίδα να κατανοήσει τον κόσμο, αφήνοντας τη χώρα να πορεύεται χωρίς σχέδιο σε μια εποχή που απαιτεί καθαρή σκέψη, αποφασιστικότητα και στρατηγική τόλμη.

