Μετρήσατε τα νησιά ή μετράτε τις αντιρρήσεις;
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
«Τα μετρήσατε τα νησιά; Τα έχουμε όλα;». Με αυτό το σχεδόν σκωπτικό επιχείρημα η Ντόρα Μπακογιάννη επιχείρησε να κλείσει, με μια φράση, κάθε σοβαρή συζήτηση για την πορεία των ελληνοτουρκικών. Αφού δεν χάθηκε νησί, αφού δεν υπογράφηκε παραχώρηση, άρα όλα βαίνουν καλώς. Όποιος επιμένει να ανησυχεί, μάλλον πάσχει από έλλειψη σοβαρότητας.
Μόνο που η εξωτερική πολιτική δεν είναι λογιστήριο εδαφικών απωλειών. Δεν μετριέται με το αν «τα έχουμε όλα» την επομένη μιας συνάντησης. Μετριέται με το αν διαμορφώνεται σταδιακά ένα πλαίσιο αποδοχής τετελεσμένων, με το αν εθιζόμαστε στη γλώσσα του «διαλόγου επί όλων», με το αν το casus belli μετατρέπεται από ανοιχτή απειλή σε υποσημείωση καλής ατμόσφαιρας.
Η κ. Μπακογιάννη μας λέει ότι «ξεκινήσαμε από το «Μητσοτάκης γιοκ» και φτάσαμε στον «πολύτιμο φίλο Μητσοτάκη». Άρα πρόοδος. Άρα εμπιστοσύνη. Άρα καλός δρόμος. Όμως η Τουρκία δεν άλλαξε δόγμα. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποσύρθηκε. Το casus belli δεν ανακλήθηκε. Οι αναφορές σε «τουρκική μειονότητα» δεν εξαφανίστηκαν. Αντιθέτως, η Άγκυρα επιμένει στη λογική των «αλληλένδετων προβλημάτων».
Και τότε τίθεται το ερώτημα: τι ακριβώς οικοδομείται; Εμπιστοσύνη ή εξοικείωση;
Η βουλευτής της ΝΔ επιμένει: «Πουθενά στον κόσμο λύση χωρίς διάλογο». Σωστό. Αλλά πουθενά στον κόσμο διάλογος χωρίς σαφές αντικείμενο και σαφείς κόκκινες γραμμές δεν καταλήγει σε ισορροπία. Καταλήγει σε διολίσθηση. Όταν ο αντίπαλος έχει αναθεωρητική στρατηγική και εσύ προσέρχεσαι με βασική επιδίωξη την «ηρεμία», τότε ο διάλογος γίνεται εργαλείο του ισχυρότερου.
Εκεί όμως που το επιχείρημα μετατρέπεται σε πολιτικό τέχνασμα είναι στην αντιμετώπιση κάθε διαφωνίας. Η κριτική Σαμαρά, και σε ένα βαθμό Καραμανλή, αποδίδεται σε «εσωτερικούς λόγους και στοχεύσεις». Δηλαδή, δεν υπάρχει πολιτική ουσία. Υπάρχει προσωπικό μένος. Δεν υπάρχει ανησυχία για τη στρατηγική κατεύθυνση. Υπάρχει εσωκομματική πικρία.
Και αν αυτό δεν αρκεί, υπάρχει και το έσχατο όπλο, η «ακροδεξιοποίηση της διαφωνίας». Οι θέσεις της Καρυστιανού «ακούγονται από το ακροδεξιό φάσμα». Το μήνυμα είναι σαφές, όποιος μιλά με όρους εθνικής κυριαρχίας, όποιος απορρίπτει τη ρευστοποίηση των ταυτοτήτων, όποιος αμφισβητεί το κυρίαρχο αφήγημα, κινδυνεύει να καταταγεί στο ίδιο ράφι με τη ΝΙΚΗ και τον Βελόπουλο.
Πρόκειται για το βασικό τέχνασμα φίμωσης, που όταν δεν απαντάς στο επιχείρημα, στιγματίζεις τον φορέα του. Δεν συζητάς για το casus belli, ρωτάς γιατί δεν το έθεσε ο Σαμαράς παλαιότερα. Δεν απαντάς στις επιφυλάξεις, υπαινίσσεσαι σκοπιμότητες. Δεν αντιμετωπίζεις την κριτική, τη μεταφράζεις σε ιδεολογική παρέκκλιση.
Κι όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου, ιδίως στο ΕΛΙΑΜΕΠ και ακόμα χειρότερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο, έχει εμπεδωθεί η ιδέα ότι τα έθνη είναι «απλές κοινωνικές κατασκευές». Ότι η εθνική κυριαρχία είναι αφήγημα. Ότι τα σύνορα είναι σχετικές έννοιες. Ότι η ταυτότητα είναι διαπραγματεύσιμη. Μέσα σε αυτή τη λογική, όποιος μιλά για πατρίδα, αποτροπή και κυριαρχικά δικαιώματα θεωρείται περίπου αναχρονισμός.
Από εκεί μέχρι το σύνθημα των «αντίφα», «Να πεθάνει η Ελλάδα να ζήσουμε εμείς», η απόσταση δεν είναι ιδεολογικά αγεφύρωτη. Είναι η ακραία εκδοχή της ίδιας αντίληψης, ότι το έθνος είναι βάρος, όχι πλαίσιο ελευθερίας. Ότι η αποδόμησή του είναι πρόοδος.
Η ειρωνεία είναι πως όσοι υποστηρίζουν ότι «τίποτα κοσμοϊστορικό δεν θα γίνει μέχρι το 2027», ζητούν ταυτόχρονα «ηρεμία» και «εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης». Δηλαδή χρόνο. Και στην εξωτερική πολιτική, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Είναι εργαλείο. Για όποιον έχει σαφή στρατηγική.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν «μετρήσαμε τα νησιά». Το ζήτημα είναι αν μετράμε εγκαίρως τις μετατοπίσεις. Αν αντιλαμβανόμαστε πότε η γλώσσα της διπλωματίας γίνεται γλώσσα προσαρμογής. Αν βλέπουμε πότε η πολιτική διαφωνία βαφτίζεται «ακροδεξιά» για να μην ακουστεί.
Και τελικά, αν σε μια εποχή αναθεωρητισμού, η Ελλάδα επιλέγει να είναι κράτος με αυτοσυνείδηση ή κοινωνική κατασκευή υπό διαπραγμάτευση.


Θα χρησιμοποιήσω μια προσφιλή της έκφραση “Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη”.
Ειναι γνωστή η κυρία, που πίεζε αφόρητα και το Καραμανλή στο Σκοπιανό, κι’ ας προσπάθησε ο κολλητός Στέφος στο βιβλίο του “ΩΡΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ..”, να την παρουσιάσει ως “ηρωίδα της αντίστασης” κατά της αμερικανικής βούλησης.
Ας μετρήσει η ίδια τις αποτυχημένες προσπάθειές της, να ικανοποιήσει τις δήθεν ρεαλιστικές απόψεις της.