Η τυραννία της συνήθειας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Το πιο επικίνδυνο πράγμα στις μέρες μας είναι ότι συνηθίσαμε. Συνηθίσαμε να ζούμε με επιδόματα, «Pass» και ευρωπαϊκά κονδύλια, να μετράμε στάχτες τα καλοκαίρια και λάσπες τους χειμώνες, κι από πάνω να μας κουνάνε το δάχτυλο λέγοντας πως για όλα φταίει η κλιματική αλλαγή, λες και η κλιματική αλλαγή ανάβει μόνη της τις φωτιές κι όχι η δική τους παντελής ανικανότητα να προλάβουν και να σβήσουν μια πυρκαγιά. Συνηθίσαμε να βλέπουμε τις βάρκες των σύγχρονων δουλεμπόρων να παραβιάζουν τα σύνορα μας, ενώ διάφοροι κυβερνητικοί κονδυλοφόροι και «πατσαβούρες» της δημοσιογραφίας προσπαθούν να μας πείσουν με θράσος ότι αυτή η απαξίωση είναι η «νέα κανονικότητα».
Συνηθίσαμε να ακούμε το εκβιαστικό «δηλαδή τι θέλετε, να κάνουμε πόλεμο;» κάθε φορά που η κυβέρνηση συνθηκολογεί και υποχωρεί στα εθνικά μας συμφέροντα. Συνηθίσαμε να βλέπουμε την εγχώρια παραγωγή και τη μεταποίηση να διαλύονται συστηματικά για χάρη μιας βιαστικής, πανάκριβης και αμφίβολης «πράσινης μετάβασης», που το μόνο που καταφέρνει είναι να αδειάζει τις τσέπες των πολιτών. Συνηθίσαμε να συντηρούμαστε με επιδοτήσεις και ξένα κονδύλια από την Ευρώπη, σε μια οικονομία όπου οι τράπεζες λειτουργούν απλώς ως διαχειριστές κόκκινων δανείων και εισπρακτικές εταιρείες, αδυνατώντας να στηρίξουν τον μικρομεσαίο επαγγελματία και την πραγματική παραγωγή. Συνηθίσαμε στο απλησίαστο κόστος στέγασης, στην απαξίωση της οικογένειας, στην υπογεννητικότητα που την αντιμετωπίζουν απλά σαν στατιστικό μέγεθος. Και για κερασάκι στην τούρτα; Υπομένουμε κάθε εβδομάδα ένα διαγγελτικό σόου, που αντί για ουσιαστική λογοδοσία, θυμίζει αυτοδιαφημιστικό ημερολόγιο μιας αλαζονικής εξουσίας.
Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι συνηθίσαμε στην ιδέα πως η πολιτική είναι business. Πως κάνουμε business με την ίδια μας την πατρίδα! Μόνο που υπάρχει μια τεράστια, θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο ελεύθερο εμπόριο και στη διοίκηση ενός κράτους. Στον κόσμο της υγιούς αγοράς, ο επαγγελματίας οφείλει να κρατάει συναισθηματικές αποστάσεις. Μια εταιρεία δεν είναι ούτε οικογένεια, ούτε παιδί, ούτε πατρίδα. Αν τα πράγματα στραβώσουν, θα ρευστοποιήσει για να βγάλει υπεραξία ή θα προχωρήσει σε εκκαθάριση για να επενδύσει αλλού, μακριά από κρατικοδίαιτους παρασιτισμούς.
Αλλά η πατρίδα δεν είναι εταιρεία. Δεν υπάγεται στο εταιρικό δίκαιο, δεν πουλιέται για να εγγράψουμε κέρδη, δεν «κλείνει» άμα βγει ελλειμματικός ο ισολογισμός, κι ασφαλώς δεν αποτελεί πεδίο για λεηλασία πόρων. Κι όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συμπληρώνοντας επτά χρόνια στο τιμόνι της χώρας, φαίνεται να τελεί υπό μια επικίνδυνη σύγχυση ρόλων. Νόμιζε ότι η λαϊκή εντολή που έλαβε αφορούσε τη διαχείριση μιας πολυεθνικής και όχι τη διοίκηση ενός κυρίαρχου κράτους.
Και το τραγικό της υπόθεσης; Ακόμα κι αν δεχτούμε αυτή την παραλογιά, ότι το κράτος μπορεί να διοικηθεί σαν επιχείρηση, ο άνθρωπος που ανέλαβε το τιμόνι στερείται της απαιτούμενης επάρκειας. Όταν το πρότερο επαγγελματικό σου ιστορικό είναι ουσιαστικά αυτό ενός ανεπάγγελτου, πού να ξέρεις πώς λειτουργεί το πραγματικό, ανταγωνιστικό επιχειρείν; Αν λοιπόν το «καλό» σενάριο είναι η πλήρης άγνοια των κανόνων της αγοράς, το κακό σενάριο, που δυστυχώς επιβεβαιώνεται καθημερινά, είναι ότι η χώρα μετατράπηκε συνειδητά σε πεδίο προσωπικών αρπαχτών και εξυπηρέτησης ημετέρων συμφερόντων.
Αυτή η μετατροπή της ελληνικής επικράτειας σε ιδιωτικό «μαγαζί» και οικογενειακό τσιφλίκι προσβάλλει ευθέως τον θεσμό του Πρωθυπουργού και εξαντλεί τα τελευταία περιθώρια αντοχής της κοινωνίας. Όταν μια διακυβέρνηση συμπεριφέρεται ως αυθαίρετος ιδιοκτήτης και όχι ως υπεύθυνος θεματοφύλακας, οδηγεί τη χώρα μαθηματικά στη φθορά. Αυτό το «επιχειρηματικό» πάρτι πάνω στις πλάτες της πατρίδας και των εθνικών μας πόρων οφείλει να λάβει τέλος, διότι η ανοχή απέναντι σε μια τέτοια θεσμική εκποίηση έχει προ πολλού εξαντληθεί.
Όπως έγραφε κι ο Μαρσέλ Προύστ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, «οι συνήθειες μας επιζούν ακόμα κι όταν δεν μας χρησιμεύουν σε τίποτα». Αυτή η δύναμη της συνήθειας είναι που μας κρατάει αδρανείς και μας προκαλεί σήμερα το μεγαλύτερο κακό. Ωστόσο, ο ίδιος συγγραφέας μας υπενθυμίζει στην κατακλείδα του έργου του τη θεραπεία, την πυξίδα για την έξοδο από τον λήθαργο, παραφράζοντας τον, ότι η θλίψη και η οργή για την κατάντια μας είναι απαραίτητες για να μας επαναφέρουν στην αλήθεια. Είναι αυτές που θα μας αναγκάσουν να πάρουμε επιτέλους τα πράγματα στα σοβαρά και να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια της συνήθειας, της απάθειας, της δυσπιστίας και της ασυνέπειας. Καιρός είναι να ξυπνήσουμε και να τα ξεριζώσουμε μια για πάντα.

