Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας

Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να κάνουμε απλοποιημένες οικονομικές συζητήσεις. Ο βασικός μισθός, το διαθέσιμο εισόδημα και η 13η σύνταξη, συνθέτουν εδώ και χρόνια ένα πεδίο αντιπαράθεσης που συχνά στηρίζεται στη διάθεση να αποδείξουμε τον κομματικό μας πατριωτισμό παρά να καταγράψουμε με ακρίβεια μια κατάσταση και να αξιολογήσουμε με αξιοπιστία τις μεθόδους βελτίωσης.

Όταν συζητάμε για τα εισοδήματα το να επικεντρωνόμαστε σχεδόν αποκλειστικά στην πορεία του κρατικά ελεγχόμενου βασικού μισθού είναι τουλάχιστον περιορισμένη οπτική σε ένα σημαντικό θέμα και καταντά έως και παραπλανητικό. Μπορεί να πρόκειται για ένα χρήσιμο εργαλείο θεσμικής εξισορρόπησης ανάμεσα στην ιδιοκτησιακή απληστία και τη συνδικαλιστική υπερβολή, αλλά στην ουσία αφορά περιορισμένο μέρος του εργατικού δυναμικού κι ουσιαστικά λειτουργεί ως ένας δείκτης εισόδου στην αγορά εργασίας για τον ανειδίκευτο εργάτη.

Έχω γράψει πολλές φορές ότι ούτε καν ο μέσος μισθός δεν αποτυπώνει όλη την αλήθεια γιατί αποκρύπτει το εύρος των εισοδηματικών ανισοτήτων. Μόνο ο διάμεσος μισθός κι ένα σχετικό γράφημα εξηγεί το που κινείται κατά βάση το μισθολόγιο και πόση απόσταση χωρίζει τον πιο συνήθη μισθό από τα ελάχιστα και τα υψηλότερα επίπεδα.

Όπως και στο θέμα των συντάξεων. Η κουβέντα εξαντλείται στη διάθεση κοινωνικής αρωγής, λησμονώντας δύο κρίσιμους παράγοντες. Ότι διαχρονικά στη χώρα μας το ποσοστό του κόστους των συντάξεων ως προς το ΑΕΠ ήταν τεράστιο κι ακόμη, παρά τις μνημονικές περικοπές παραμένει σημαντικά πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο κι ότι το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων ήταν στην πλειοψηφία τους στο 60-70% με το υπόλοιπο ποσό να αποτελεί επί της ουσίας άτυπη κρατική επιδότηση.

Πριν τις εκλογές του 2023 είχα πει ότι οι επόμενες εκλογές του 2027, θα έχουν ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα την 13-14η σύνταξη και τα “δώρα” των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν φαίνεται να έπεσα και πολύ έξω!

Ήδη η αντιπολίτευση… βρίσκει από παντού δισ. για να επιβεβαιώσει το αξιόπιστο των προτάσεων της. Άλλος από τις απευθείας αναθέσεις έργων, που όντως συμβαίνουν αλλά ακόμη κι αν σταματήσουν ολοσχερώς δεν θα προκύψουν γιγαντιαίες εκπτώσεις κόστους ικανές να συγκεντρώσουν δισ. Άλλος από τις εγγυήσεις που πληρώνει το δημόσιο για καθυστερήσεις έργων, αφού θα γίνει … ο πρώτος παγκοσμίως πρωθυπουργός που θα εξαλείψει την πιθανότητα έργα να μην παραδιδινται εγκαίρως ή να ακυρώνονται μετά από περιβαλλοντικές, πολεοδομικές, αρχαιολογικές και άλλες παρεμβάσεις!

Θα μπορούσαμε βέβαια να έχουμε καταλήξει συναινετικά σε μια σταδιακή και κλιμακούμενη επαναφορά των δώρων για τις χαμηλότερες συντάξεις και τους χαμηλόμισθους, αλλά με τέτοια… ημίμετρα δεν χτίζεται προεκλογικό αντιπολιτευτικό αφήγημα!

Τέλος, το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων και η αγοραστική του αξία είναι ένας άλλος τομέας στον οποίο όλοι λέμε μισές αλήθειες. Πρώτα απ’ όλα όση αξία κι αν έχει ένα ονομαστικό νούμερο όπως το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο στην Ελλάδα πέρα από τη μνημονικά συρρίκνωση συμπιέστηκε και στα χρόνια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης με αποτέλεσμα, και το οποίο παρά τις πραγματικές αυξήσεις κάτω όμως από το σωρευτικό ύψος του πληθωρισμού των τελευταίων ετών ώστε ακόμη να απέχουμε από τα προ κρίσης μέσα εισοδήματα, μεγαλύτερη αξία έχει η αγοραστική αξία αυτών των εισοδημάτων γιατί καταδεικνύει το αν και πώς η ακρίβεια και η φορολογική επιβάρυνση μειώνουν δραματικά την καταναλωτική ή αποταμιευτική μας ικανότητα.

Μπορεί δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα να μειώθηκε το τελευταίο διάστημα κατά 3,6% όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΑΣΑ είναι κοντά στο 0%, αλλά θα μπορούσε να μη σημαίνει και πολλά αν ο πληθωρισμός είχε τιθασευτεί και κάθε φορά που ξεπερνούσσμε αρκετά τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, δεν ψαχνάμε δικαιολογίες στην ύπαρξη εισερχόμενη κρίση αλλά στρέφαμε την προσοχή μας πρωτίστως π.χ. στην ενίσχυση του εγχώριου ανταγωνισμού στην αγορά, στην αποκαρτελοποίηση, στην περαιτέρω ή την ενίσχυση του ρόλου της επιτροπής ανταγωνισμού. Ίσως τότε η αγοραστική αξία των εισοδημάτων μας να είχε βελτιωθεί σημαντικά και να άγγιζε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως ίσχυε λίγο πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσης.

Καθε συζήτηση για οικονομικά μεγέθη μπορεί να είναιις διαφωτιστική διαδικασία, μπορεί όμως εύκολα να μετατραπεί και σε μέθοδο πολιτικής χειραγώγησης. Αν δεν πάψουμε να παριστάνουμε ότι τα όμορφα ψέματα που λέμε στους εαυτούς διαβρώνουν και μια παραμυθένια πραγματικότητα, τότε θα συνεχίσουμε να κυνηγάμε την ουρά μας και κανένα όραμα για το 2030, για το οποίο θα μιλήσουμε σε ένα επόμενο άρθρο, δεν θα μοιάζει τόσο μακρινό όσο και κοντινό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.