Ένα κράτος εισπράκτορας που εγκλωβίζει κοινωνία και οικονομία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Διαβάζοντας σήμερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του φίλου Μάνου σχετικά με το ιδιωτικό χρέος, σκέφτηκα πως αξίζει να πάμε αυτή τη σκέψη ένα βήμα παρακάτω. Στόχος μας είναι να ενισχύσουμε το κεντρικό του επιχείρημα, αναδεικνύοντας πώς η συγκεκριμένη κυβέρνηση, στα επτά συναπτά έτη που βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας, όχι μόνο δεν έδωσε λύση, αλλά επιδείνωσε συστηματικά την κατάσταση για όσους χρωστούν, εφαρμόζοντας πολιτικές που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο και κοινωνικοοικονομική καταστροφή.
Η κυβέρνηση επιμένει να μας παρουσιάζει το ιδιωτικό χρέος ως ένα απλό τεχνικό πρόβλημα, που δήθεν λύνεται με «αλγορίθμους», «σταθερά επιτόκια» και «έξυπνες ρυθμίσεις». Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Επί επτά ολόκληρα χρόνια διακυβέρνησης, οι πολιτικές της όχι μόνο δεν κατάφεραν να επιλύσουν το πρόβλημα, αλλά συνέτειναν δραματικά στη διόγκωση και την εδραίωση του. Αυτές οι επιλογές έχουν εγκλωβίσει χιλιάδες νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές εξαγγελίες. Και αυτό το αδιέξοδο είναι απόλυτα μετρήσιμο, αποτυπωμένο στους δείκτες της ελληνικής οικονομίας, στους ρυθμούς ανάπτυξης, στην παραγωγικότητα, στο εμπορικό έλλειμμα, στον πληθωρισμό, αλλά και στην ίδια τη δομή της αγοράς.
Ας δούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ανάπτυξη προβλέπεται να κινηθεί, στην καλύτερη περίπτωση, μόλις γύρω στο 2% τα επόμενα χρόνια. Την ίδια ακριβώς στιγμή, οι οφειλέτες καλούνται να αποπληρώσουν χρέη με επιτόκιο 3% στις ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού. Αυτή η απόκλιση σημαίνει πρακτικά ότι το χρέος «τρέχει» πιο γρήγορα από την ίδια την οικονομία. Κανένα νοικοκυριό και καμία μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της όταν το κόστος του χρήματος είναι υψηλότερο από τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται το εισόδημα της. Πρόκειται για μια απλή, αμείλικτη μαθηματική αλήθεια που δεν αλλάζει με κυβερνητικές δηλώσεις, ειδικά όταν συνδυάζεται με τη γενικευμένη ακρίβεια.
Παράλληλα, βλέπουμε τον πληθωρισμό να παραμένει επίμονα πάνω από τις όποιες αυξήσεις των μισθών. Οι τιμές των τροφίμων, των υπηρεσιών και της ενέργειας αυξάνονται με ρυθμούς που εξανεμίζουν την αγοραστική δύναμη. Το πραγματικό εισόδημα μειώνεται και το διαθέσιμο υπόλοιπο για την κάλυψη των δόσεων συρρικνώνεται επικίνδυνα. Κι όμως, η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για «βιώσιμες ρυθμίσεις», λες και η οικονομία λειτουργεί σε εργαστηριακές συνθήκες, όπου οι πολίτες δεν έχουν να αντιμετωπίσουν αυξημένα ενοίκια, λογαριασμούς, φόρους και τις βασικές καθημερινές τους ανάγκες.
Αυτή η εισοδηματική στενότητα επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της χώρας παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Χωρίς το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο ολοκληρώνεται σταδιακά, η Ελλάδα χάνει τον βασικό της μοχλό επενδύσεων. Στα επτά χρόνια της σημερινής διακυβέρνησης δεν οικοδομήθηκε κανένα ουσιαστικό εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Δεν υπήρξε στρατηγική για τη βιομηχανία, τη μεταποίηση και τις εξαγωγές, ούτε εφαρμόστηκε κάποια πολιτική που να αυξάνει την παραγωγικότητα, ώστε να επιτρέψει στους πολίτες να δημιουργήσουν τον πλούτο που απαιτείται για την αποπληρωμή των χρεών τους. Η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση και τον τουρισμό, σε μια οικονομία, δηλαδή, όπου το χρέος δεν αποπληρώνεται, αλλά διαιωνίζεται.
Την ίδια στιγμή, το εμπορικό έλλειμμα παραμένει σταθερά υψηλό, γύρω στο 7% του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα εισάγει πολύ περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει καθαρό πλούτο προς το εξωτερικό. Σε μια οικονομία που «αιμορραγεί» πόρους, η δυνατότητα αποπληρωμής χρεών μειώνεται δραματικά. Είναι απλώς αδύνατον να χτιστεί ευημερία όταν η χώρα χάνει περισσότερα από όσα παράγει.
Το πρόβλημα αυτό, ωστόσο, δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί το αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών καθ’ όλη την τελευταία επταετία. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, αποσιωπώντας το γεγονός ότι, μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», το χρέος δεν εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε εκτός τραπεζών, στις εταιρείες διαχείρισης και στα funds, συχνά με κρατικές εγγυήσεις δισεκατομμυρίων που επιβαρύνουν τον φορολογούμενο. Το ιδιωτικό χρέος παραμένει ακέραιο στην κοινωνία, αλλά πλέον διαχειρίζεται με όρους επιθετικής κερδοσκοπίας. Παράλληλα, με τον νέο Πτωχευτικό Κώδικα, καταργήθηκε κάθε ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας, μετατρέποντας τους ευάλωτους δανειολήπτες σε ενοικιαστές στα ίδια τους τα σπίτια. Την ίδια ώρα που οι πλειστηριασμοί αυξάνονται, οι τράπεζες καταγράφουν κέρδη-ρέκορ μέσα από τη διεύρυνση της ψαλίδας των επιτοκίων και τις υπέρογκες προμήθειες, και με δεδομένο τον αναβαλλόμενο φόρο, χωρίς να υπάρχει καμία ουσιαστική κυβερνητική παρέμβαση.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, αποκαλύπτεται και μια θεσμική υποκρισία που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, αφού, ναι φίλε Μάνο, το ίδιο το κυβερνών κόμμα αδυνατεί να διαχειριστεί τις δικές του οικονομικές υποχρεώσεις. Το χρέος του έχει διογκωθεί επί των ημερών του σε επίπεδα ανεξέλεγκτα, τα οποία παρουσιάζονται αυθαίρετα ως «βιώσιμα», χωρίς κανένα τεκμηριωμένο σχέδιο αποπληρωμής. Το κόμμα που ζητά από τους πολίτες να αποπληρώσουν χρέη δεκαετιών με επιτόκιο 3% και με την απειλή της κατάσχεσης, δεν μπορεί να αποπληρώσει το δικό του γιγαντιαίο χρέος! Αυτό δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ζήτημα, αλλά μια βαθιά θεσμική κρίση αξιοπιστίας. Μια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια αποδεικνύεται ανίκανη να τηρήσει τις δικές της υποχρεώσεις, δεν δικαιούται να απαιτεί από τους πολίτες αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία.
Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά θεσμικό, πολιτικό και δομικό. Η κυβέρνηση έχει οικοδομήσει ένα μοντέλο όπου το βάρος πέφτει αποκλειστικά στον οφειλέτη. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός λειτουργεί ως εργαλείο παράτασης της ασφυξίας και όχι ως λύση, αφού οι δόσεις απλώνονται σε δεκαετίες ενώ το χρέος παραμένει. Η προστασία της κύριας κατοικίας συνδέεται με την εκποίηση της υπόλοιπης περιουσίας, τα funds διαθέτουν μεγαλύτερη ισχύ από τους πολίτες και οι τράπεζες απολαμβάνουν θεσμική προτεραιότητα, με το κράτος να λειτουργεί ως απλός θεατής και εισπράκτορας, αντί για εγγυητή της κοινωνικής συνοχής.
Η έξοδος από αυτό το αδιέξοδο απαιτεί μια ριζική αλλαγή πολιτικής και οικονομικής στρατηγικής. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι ένα μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους είναι αντικειμενικά μη αποπληρώσιμο. Απαιτείται ένα γενναίο δομικό κούρεμα της αρχικής οφειλής και όχι απλές επιμηκύνσεις που διογκώνουν τους τόκους, καθώς και η θεσμοθέτηση πραγματικής προστασίας της κύριας κατοικίας χωρίς εκβιαστικούς όρους. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η διασφάλιση του δικαιώματος πρωτογενούς εξαγοράς του δανείου από τον ίδιο τον οφειλέτη στην τιμή που αυτό πρόκειται να πωληθεί στο fund, σε συνδυασμό με ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα αυξήσει την παραγωγικότητα, θα μειώσει το εμπορικό έλλειμμα και θα επιτρέψει στην οικονομία να αναπτυχθεί με ρυθμό ταχύτερο από το κόστος του χρήματος.
Και πάλι ναι, φίλε Μάνο, πάνω από όλα, απαιτείται ένα πολιτικό σύστημα που να μπορεί να διαχειριστεί το δικό του χρέος πριν ζητήσει από τους πολίτες να διαχειριστούν το δικό τους. Διότι μόνο τότε θα μπορεί να μιλήσει με αξιοπιστία για το μέλλον της χώρας. Το ζήτημα αυτό υπερβαίνει τους αριθμούς, αγγίζει τη θεσμική σοβαρότητα, την πολιτική αξιοπιστία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα, το αδιέξοδο που η ίδια συντήρησε και διεύρυνε επί επτά χρόνια θα βαθαίνει, απειλώντας όχι μόνο τους οφειλέτες, αλλά τη συνολική προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

