Η Τουρκία του Ερντογάν: Η χρήση της «soft power»

Γράφει ο Αριστείδης Ρούνης, Προπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, τα εκατόν ενενήντα τρία αναγνωρισμένα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε) κράτη της υφηλίου, αλληλεπιδρούν, ασκώντας την εξωτερική τους πολιτική, που αποτελεί μέρος της συνολικής πολιτικής οποιασδήποτε κυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, επιδιώκουν διπλωματικές επαφές σε επίπεδο αρχηγών κρατών και αξιωματούχων των εκάστοτε κυβερνήσεων, ή αξιωματούχων κρατών με αντίστοιχους διεθνών οργανισμών, καθώς προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην εξυπηρέτηση του εθνικού τους συμφέροντος.

Ειδικότερα, ένα μερίδιο ευθύνης στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής αναλογεί στους διπλωμάτες του υπουργείου εξωτερικών κάθε κράτους, οι οποίοι μέσω των επιστημονικών τους μεθόδων, τίθενται σε διάλογο με τους αντίστοιχους των άλλων κρατών για κοινά θέματα εξωτερικής πολιτικής ή καλούνται στο υπουργείο εξωτερικών για παροχή διευκρινήσεων. Παράδειγμα αποτελούν η προσπάθεια σύναψης μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) Ελλάδας – Τουρκίας, αλλά και οι εκατέρωθεν κλήσεις της 11ης Μαρτίου 2020 του πρέσβη της κάθε χώρας ξεχωριστά για άσκηση παρατηρήσεων, με αφορμή συγκεκριμένα περιστατικά. Με αυτό το τρόπο, ασκείται από τα κράτη η παραδοσιακή διπλωματία τους ή η λεγόμενη «soft power». Ο όρος εισήχθη από τον Joseph Nye την δεκαετία του 1980, όπου σύμφωνα με αυτόν, η ήπια ισχύς ενός κράτους «στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: την κουλτούρα της, τις πολιτικές της αξίες, και την εξωτερική της πολιτική».

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το κράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας (Türkiye Cumhuriyeti) με κύριο εκφραστή της «soft power», τον ίδιο τον Πρόεδρο της Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν. Στο γεωπολιτικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής της ανατολικής Μεσογείου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πολιτική που ακολουθεί εκτός των συνόρων του κράτους. Αποτελεί μια ηγετική προσωπικότητα, που δύσκολα δύναται ένας επιστήμονας ή αναλυτής να εκτιμήσει τις μελλοντικές του ενέργειες. Αυτό συμβαίνει τόσο, διότι θεσμικά έχει αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της χώρας του και έχει βάλει την σφραγίδα του στην σύγχρονη τουρκική ιστορία, όσο επειδή ο χαρακτήρας του παρουσιάζει μεταβολές, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή της Τουρκίας.

Προσπαθώντας να σκιαγραφηθεί η εξωτερική πολιτική του τούρκου προέδρου, μια κατεύθυνση αυτής, ήταν η απόπειρα αποσταθεροποίησης της κατάστασης στο ελληνικό κράτος. Πραγματοποιήθηκε με τη χρησιμοποίηση μεγάλου αριθμού μεταναστών, που κατέφθασαν στην ελληνοτουρκική μεθόριο, και προσπάθησαν να εισέλθουν στην ελληνική επικράτεια από την ευρύτερη περιοχή Ορεστιάδας – Κάρααγατς, αλλά και μέσα από το υδάτινο κώλυμα του Έβρου ποταμού από την περιοχή του τριεθνούς ως την Αλεξανδρούπολη. Αυτή η δραστηριότητα, σύμφωνα με τον καθηγητή και βουλευτή του ελληνικού κοινοβουλίου κ. Άγγελο Συρίγο χαρακτηρίστηκε ως «η επιτομή του υβριδικού πολέμου».

Οι προσπάθειες της Τουρκίας, που προσομοιάζει σε «τραυματισμένη» στρατιωτική δύναμη, λόγω του πλήγματος που δέχεται η γνωστή ως «hard power» στρατιωτική ισχύς της στις επιχειρήσεις στην Συρία, δεν απέφεραν καρπούς στο μέτωπο του Έβρου ποταμού, που επιπλέον αποτελεί το ευρωτουρκικό όριο. Για τα παραπάνω γεγονότα, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Κωνσταντίνο Φίλη, ο τούρκος πρόεδρος «αισθάνεται ότι βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης». Η θετική έκβαση των εξελίξεων στα ανοιχτά μέτωπα της Τουρκίας, τα οποία δεν είναι λίγα, δεν διαφαίνεται στο εγγύς μέλλον.

Και ενώ συμβαίνουν αυτά στην ανατολική μεσόγειο, ανακοινώθηκε από μεγάλη απόσταση και πιο συγκεκριμένα από οργανώσεις – συλλόγους στο μακρινό κράτος της Αυστραλίας, η εναντίωση στην «soft power» της Τουρκίας, από τους ομογενείς Έλληνες ποντιακής καταγωγής, Αρμένιους και Ασσύριους, οι οποίοι δεν επιθυμούν την πιθανή επίσκεψη του προέδρου Ερντογάν στην χώρα, σύμφωνα με δημοσίευση της ομογενειακής εφημερίδας «Νέος Κόσμος» στις 07 Μαρτίου 2020, λόγω της άρνησης από αυτόν της διάπραξης του εγκλήματος της γενοκτονίας των τριών προαναφερθέντων λαών από τους Οθωμανούς στις αρχές του 20ου αιώνα, παρόλο που συνεχίζεται η διεθνής αναγνώριση των γεγονότων αυτών με αργά, αλλά σταθερά βήματα.

Καταλήγοντας, ο μεγάλος στόχος του Ερντογάν να είναι πρόεδρος της Τουρκίας στις 29 Οκτωβρίου 2023, ημερομηνία πολύ σημαντική, καθώς το τουρκικό κράτος συμπληρώνει ένα αιώνα ζωής, εκτιμάται ως δύσκολος, όχι όμως ανέφικτος. Αυτό που απομένει είναι η παρακολούθηση των επόμενων βημάτων του τούρκου προέδρου στην γεωπολιτική σκακιέρα της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, όπου μείζονος σημασίας παράγοντες είναι η παρακολούθηση των σχέσεων της Τουρκίας με την Ρωσική Συνομοσπονδία, την ΕΕ και τις Η.Π.Α, καθώς και του ενεργειακού ζητήματος στην Λιβύη, που απασχολεί την διεθνή κοινότητα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.