Ένα εθνικό πένθος που ζητά απαντήσεις πέρα από τις πρωθυπουργικές δηλώσεις
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Συμπληρώνονται σήμερα, 28 Φεβρουαρίου 2026, τρία χρόνια από τη μαύρη νύχτα που ο χρόνος σταμάτησε στις ράγες των Τεμπών, αφήνοντας πίσω του μια ανεπούλωτη πληγή στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν η στιγμή που 57 συνάνθρωποι μας, στην πλειονότητα τους νέοι φοιτητές γεμάτοι όνειρα, αλλά και εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, έχασαν τη ζωή τους σε ένα δυστύχημα που συγκλόνισε τη χώρα. Ανάμεσα τους και 11 υπάλληλοι του σιδηροδρόμου. Σήμερα, καθώς η μνήμη τους ζητά δικαίωση, το αίτημα των οικογενειών παραμένει επιτακτικό και αδιαπραγμάτευτο: η απόδοση πραγματικής δικαιοσύνης για ένα έγκλημα που δεν έπρεπε ποτέ να έχει συμβεί.
Αυτή η απαίτηση για δικαιοσύνη δεν είναι απλώς ένα συναισθηματικό ξέσπασμα, αλλά η βαθιά υπενθύμιση του τι οφείλει να είναι μια σωστή και ευνομούμενη Πολιτεία. Οι θεμελιώδεις αρμοδιότητες κάθε υπεύθυνης κυβέρνησης ξεκινούν και τελειώνουν στην προστασία του πολίτη, μέσω της αστυνόμευσης, του στρατού και, κυρίως, των δικαστηρίων. Είναι αυτοί οι θεσμοί που οφείλουν να μας προφυλάσσουν από εγκληματικές αμέλειες, να διασφαλίζουν την ακεραιότητα της ζωής μας και να ρυθμίζουν τις διαφορές με ορθολογικούς κανόνες βασισμένους στο αντικειμενικό δίκαιο. Όταν όμως η ασφάλεια στις μεταφορές καταρρέει, τότε η ίδια η σύμβαση μεταξύ κράτους και πολίτη κλονίζεται συθέμελα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή στάση της εξουσίας προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς ο Πρωθυπουργός, παρά την καθολική αποτυχία στον τομέα της ασφάλειας, επιλέγει να εμφανιστεί ως ένας απόμακρος παρατηρητής των εξελίξεων. Αντί για τη σιωπή που επιβάλλει ο σεβασμός στη μνήμη των νεκρών, επέλεξε να τοποθετηθεί ως ψηφιακός AI agent, παρά ως υπεύθυνος πρωθυπουργός, δηλώνοντας πως ο πόνος των συγγενών πρέπει να βρει διέξοδο σε μια δίκη «αυστηρή αλλά αμερόληπτη». Η αναφορά του στην ανάγκη της Πολιτείας να «διορθώσει γρήγορα κενά και λάθη» ηχεί στα αυτιά των πολιτών ως μια εκ των υστέρων παραδοχή και ενώ η χώρα πενθεί ακόμα.
Η προσπάθεια μάλιστα του Πρωθυπουργού να οριοθετήσει τον τρόπο που η κοινωνία οφείλει να θρηνεί, προειδοποιώντας για «ακραίες απόψεις» και «κομματικά συνθήματα», δείχνει μια διάθεση αποποίησης των πολιτικών ευθυνών. Το να καλεί τους πολίτες να γυρίσουν την πλάτη σε όσους αναζητούν την αλήθεια, χαρακτηρίζοντας τις αντιδράσεις τους ως «εκμετάλλευση του εθνικού πένθους», αποτελεί μια προσβλητική στάση απέναντι σε όσους δεν δέχονται να ξεχάσουν.
Την ώρα που η κυβέρνηση ζητά ενότητα και «μάθημα» από την τραγωδία, η ίδια η κοινωνία απαντά πως το μοναδικό μάθημα που πρέπει να δοθεί είναι εκείνο της τιμωρίας των υπευθύνων, χωρίς μισόλογα και χωρίς επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η μνήμη των 57 θυμάτων δεν τιμάται με δηλώσεις, αλλά με την αλήθεια που θα λάμψει στις δικαστικές αίθουσες.

