Η μετα-κορωνοϊκή Ελλάδα ανάμεσα στην αυταπάτη και την κατάρρευση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Ο κόσμος μετά τον κορωνοϊό μοιάζει σαν να ξύπνησε από έναν βαθύ ύπνο χωρίς να έχει πραγματικά συνέλθει. Έμαθε να ζει με προβλήματα αντί να τα λύνει και να συνηθίζει την αβεβαιότητα αντί να την αντιμετωπίζει. Εθίστηκε σταδιακά στη λογική των επιδομάτων, των pass και των επιδοτήσεων, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση μετατράπηκε από φορέα ανάπτυξης σε έναν στυγνό φοροεισπράκτορα. Χωρίς την άνοδο της παραγωγικότητας, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου παρέμεινε και παραμένει ένα άπιαστο όνειρο, καθώς κανένα κράτος δεν ευημέρησε ποτέ βασιζόμενο στην ανακύκλωση της φτώχειας. Και είναι πολύ σημαντικό να το πούμε και να το ξαναπούμε αυτό που σήμερα βιώνουμε. Ότι ανακυκλώνουμε, δηλαδή, την φτώχια μας.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία βρέθηκε να παρακολουθεί μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε αξιοκρατία, μεταρρυθμίσεις και μια «επανάσταση» – της έδωσε μάλιστα και το βαρύγδουπο όνομα Ελλάδα 2.0, τρομάρα της – η οποία υποτίθεται ότι θα άλλαζε τη χώρα. Μόνο που κάθε επανάσταση ξεκινά με δαίμονες, και όταν αυτοί δεν βρίσκουν αντίπαλο, στο τέλος τρώγονται μεταξύ τους. Έτσι, η υπόσχεση μετατράπηκε σε παρωδία, και η παρωδία σε μια καθημερινότητα όπου η μετριότητα των ακροκεντρώων, που μόνο σκοτάδι μπορεί να παράγει, επιβλήθηκε ως κανόνας.
Η πολιτική ορθότητα, η woke ατζέντα και η πράσινη μετάβαση εφαρμόστηκαν σαν να προσπαθούσε κάποιος να πιάσει πουλιά στη θάλασσα και ψάρια στη στεριά. Αντί να ενώσουν, δίχασαν. Αντί να θεραπεύσουν, προκάλεσαν νέες πληγές. Η λογική των «θετικών διακρίσεων» οδήγησε σε έναν ανάποδο ρατσισμό, όπου το να ανήκεις σε μια ευάλωτη ομάδα δεν ήταν πλέον αφορμή για προστασία, αλλά για προνόμια. Και όταν τα προνόμια γίνονται κίνητρο, η κοινωνία παύει να εξελίσσεται και απλώς αναπαράγει τις ίδιες παθογένειες με νέο περιτύλιγμα. Το τραγικό είναι ότι η κυβέρνηση δεν κατάλαβε πως υπάρχουν πράγματα που δεν μεταρρυθμίζονται όπως η οικογένεια, οι αξίες, οι κοινωνικοί δεσμοί. Αυτά δεν αλλάζουν με υπουργικές αποφάσεις ούτε με επικοινωνιακές καμπάνιες.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική κοινωνία βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή διανοητική αδράνεια. Οι ειδικοί δυσκολεύονταν να αντιληφθούν τις αλλαγές, οι πολιτικοί να προσαρμοστούν, και οι προπαγανδιστές θεωρούσαν δεδομένο ότι ο κόσμος είναι κατευθυνόμενος, αλλά μόνο εν μέρει προβλέψιμος. Το ψέμα έγινε εργαλείο, και μάλιστα όσο μεγαλύτερο τόσο πιο πιστευτό. Έτσι, η έπαρση πλησίασε επικίνδυνα τη βλακεία, μέχρι που σχεδόν ταυτίστηκαν. «Ο ένοχος τρέχει ακόμα κι όταν κανείς δεν τον καταδιώκει», βρίσκουμε στην Αγία Γραφή, και στην Ελλάδα πολλοί τρέχουν, ίσως επειδή ξέρουν ότι κάποια στιγμή κάποιος θα αρχίσει να τους καταδιώκει.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η περίοδος αυτή γέννησε και μια νέα «αριστοκρατία», τους influencers. Η λατρεία του πλούτου, της μεγάλης ζωής, της εύκολης επιτυχίας χωρίς κόπο έγινε η νέα θρησκεία. Ένας influencer μπορεί να κερδίζει εκατομμύρια χωρίς να σηκώσει το δαχτυλάκι του, ενώ στην πραγματική οικονομία κάποιος παλεύει για λίγες χιλιάδες ευρώ. Η κοινωνική εκτίμηση για την εργασία, την προσπάθεια, την επένδυση ανατράπηκε. Το περιτύλιγμα έγινε πιο σημαντικό από το περιεχόμενο. Και όταν το περιτύλιγμα κυριαρχεί, η κοινωνία παύει να εξελίσσεται και απλώς γυαλίζει την επιφάνεια για να μην κοιτάξει το βάθος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η χώρα μοιάζει να σφυρίζει στο σκοτάδι την ώρα που ο κόσμος φλέγεται. Από την Ουκρανία μέχρι το Ιράν, οι διεθνείς εξελίξεις απαιτούν σοβαρότητα, στρατηγική και ψυχραιμία. Αντί γι’ αυτό, η Ελλάδα μοιάζει να παριστάνει τον γεωπολιτικό παίκτη ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν μικροπωλητής που νομίζει ότι κάνει πολιτική επειδή πουλάει φυστίκια στην πλατεία. Το να σφυρίζεις στο σκοτάδι δεν φέρνει το φως, αφού απλώς σε κάνει να φαίνεσαι γελοίος.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα όπου η χώρα μοιάζει να έχει κλείσει τα δεινά της σε ένα κουτί, όπως στο αρχαίο κόλπο που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Μόνο που κάποιοι έχασαν την ικανότητα να προσποιούνται ότι το κουτί δεν υπάρχει. Και όταν δεν μπορείς πια να προσποιηθείς, αναγκάζεσαι να δεις την πραγματικότητα. Τρελός τυφλόν οδήγαγε κι οι δυο σε λάκκο πέσανε, λέει μια παλιά λαϊκή παροιμία, και η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Η εποχή της αυταπάτης τελειώνει. Η αποφυγή σφαλμάτων είναι συχνά πιο ρεαλιστική από την προώθηση απλών λύσεων, και σήμερα το μεγαλύτερο σφάλμα είναι η άρνηση να δούμε την πραγματικότητα. Με εκατό κουνέλια δεν φτιάχνουμε άλογο, και με πολιτικές που βασίζονται στο ψέμα, στην επικοινωνία και στην επιδότηση της αδράνειας δεν φτιάχνουμε χώρα. Το κουτί με τα δεινά δεν μπορεί να μείνει άλλο κλειστό. Και ίσως αυτό, όσο κι αν πονάει, να είναι η αρχή της θεραπείας.

