Η παγίδα του αυτοματισμού και η ψευδαίσθηση της ανάπτυξης
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πρόσφατη Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος περιλαμβάνει κρίσιμα ευρήματα που επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία διολισθαίνει σε μια επικίνδυνη φάση στασιμότητας, η οποία υποκρύπτεται πίσω από την επιφανειακή ευημερία των δημοσιονομικών αριθμών.
Η κυβερνητική πολιτική φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια παράδοξη αντίφαση, καθώς, ενώ, κατά το πώς παρουσιάζει τουλάχιστον η κυβέρνηση, στελεχώνεται από τεχνοκράτες, η προσέγγιση τους θυμίζει μια άκαμπτη μαρξιστική οπτική που αντιλαμβάνεται την οικονομία ως έναν αυτοματοποιημένο μηχανισμό. Αυτοί οι μορφωμένοι κύριοι λειτουργούν με την ψευδαίσθηση ότι η οικονομία προχωρά αυτοτελώς βάσει συγκεκριμένων νόμων, παραγκωνίζοντας την ανθρώπινη βούληση ως το ιδιαίτερο στοιχείο που οφείλει να στέκεται υπεράνω των δεικτών για να διαμορφώνει την πραγματικότητα. Και αυτή η παθητική στάση έχει οδηγήσει σε έναν επικίνδυνο εφησυχασμό μέσα σε μια υποθετική φούσκα, μακριά από την αναγκαία αύξηση της παραγωγικότητας που αποτελεί το μοναδικό θεμέλιο μιας βιώσιμης ανάπτυξης, μετατρέποντας την επιχειρηματικότητα υψηλής ανάπτυξης σε κενό γράμμα.
Στο πλαίσιο αυτό, η αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης αποδεικνύεται μια χαμένη ιστορική ευκαιρία, καθώς οι πόροι του διοχετεύθηκαν χωρίς ουσιαστικό σχέδιο παραγωγικού μετασχηματισμού, λειτουργώντας περισσότερο ως ένας πρόσκαιρος μηχανισμός τόνωσης της κατανάλωσης παρά ως μοχλός καινοτομίας. Η απουσία στόχευσης στην αξιοποίηση επιστημόνων και εξειδικευμένων ταλέντων οδήγησε σε μια μη παραγωγική απορρόφηση κονδυλίων, η οποία απλώς συγκαλύπτει τα δομικά προβλήματα της χώρας.
Η δε ολοκλήρωση του προγράμματος αναμένεται να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο κενό στην ελληνική οικονομία, καθώς θα αποκαλυφθεί η αδυναμία του παραγωγικού ιστού να αυτοσυντηρηθεί χωρίς τις τεχνητές ενέσεις ρευστότητας, επιδεινώνοντας τη στασιμότητα που ήδη υποφώσκει και αποτυπώνεται στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο παραμένει στο 5,7% του ΑΕΠ.
Η παραγωγική αυτή υστέρηση συνοδεύεται από την εφιαλτική διόγκωση του συνολικού ιδιωτικού χρέους, το οποίο το 2026 εκτοξεύθηκε στα 407,6 δισεκ. ευρώ, υπερβαίνοντας το 1,5 φορά το ΑΕΠ της χώρας. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις τράπεζες, καθώς το εξωτραπεζικό χρέος προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία καλπάζει, δημιουργώντας μια συνθήκη μόνιμης οικονομικής ασφυξίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αλλά και η αποτυχία του προγράμματος Ηρακλής να επιλύσει ουσιαστικά το ζήτημα είναι παταγώδης, καθώς η μεταφορά των δανείων από τις τράπεζες στους servicers δεν οδήγησε σε πραγματική διευθέτηση, αλλά σε μια ιδιότυπη ομηρία. Περίπου ένα εκατομμύριο ακίνητα παραμένουν δεσμευμένα ως εξασφαλίσεις, αποκομμένα από την αγορά και την παραγωγική διαδικασία, καθώς οι αδιαφανείς διαδικασίες και η έλλειψη κινήτρων για ρυθμίσεις κρατούν τον εθνικό πλούτο σε παράλυση.
Αυτή η τεχνητή έλλειψη προσφοράς, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα ζήτηση από το εξωτερικό, όπως καταγράφει η έκθεση της κεντρικής τράπεζας, έχει μετατρέψει τη στέγαση σε δυσβάστακτο βάρος που διαβρώνει το κόστος ζωής. Τα ενοίκια στην Ελλάδα έφτασαν να αντιπροσωπεύουν έως και το 93,6% του μέσου μηνιαίου μισθού το 2025, ενώ οι δαπάνες στέγασης απορροφούν πλέον το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, ποσοστό που στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά ξεπερνά το 50%. Η επιβράδυνση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά 9,4% και η καθήλωση του κατασκευαστικού κλάδου στο ισχνό 2,2% του ΑΕΠ, επιβεβαιώνουν ότι η κυβερνητική πολιτική αδυνατεί να δώσει λύσεις στην κοινωνική βάση, αφήνοντας την κατοικία να μετατραπεί από κοινωνικό αγαθό σε απρόσιτη πολυτέλεια.
Τελικά, οι θετικοί δημοσιονομικοί δείκτες, όπως το πρωτογενές πλεόνασμα που εκτιμάται στο 3,2% και η μείωση του δημόσιου χρέους στο 136,8% για το 2026, αποτελούν μια πλασματική εικόνα ευημερίας που δεν αγγίζει την πραγματική οικονομία. Η κυβερνητική πολιτική, εμμονικά προσκολλημένη σε λογιστικούς στόχους και παθητικές αυτορυθμίσεις, αγνοεί τους συστημικούς κινδύνους από το ιδιωτικό χρέος και το αναπτυξιακό κενό που αφήνει πίσω του το Ταμείο Ανάκαμψης. Χωρίς μια τολμηρή παρέμβαση που θα θέσει την ανθρώπινη βούληση και την παραγωγική επένδυση πάνω από τους αυτοματισμούς της αγοράς, η χώρα θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια τροχιά διαρκούς οικονομικής στασιμότητας και κοινωνικού αδιεξόδου.

