Η διπλωματία της βιτρίνας ως αντίβαρο στην εσωτερική σήψη
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει διολισθήσει σε μια σειρά μετακινήσεων και συναντήσεων, με τελευταία αυτήν στο Άμπου Ντάμπι, που ενώ παρουσιάζονται με φανφαρονισμό από τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς, στερούνται ουσιαστικού εθνικού περιεχομένου. Είναι αξιοσημείωτο πως ο χρόνος αυτών των ταξιδιών δεν επιλέγεται τυχαία, αλλά αντιθέτως, η πρωθυπουργική παρουσία στις διεθνείς σκηνές πυκνώνει ακριβώς τη στιγμή που η Ελλάδα διέπεται από σωρεία σκανδάλων, τη στιγμή που η ακρίβεια γονατίζει τα νοικοκυριά και η χώρα βυθίζεται σε σοβαρά δομικά προβλήματα.
Πρόκειται για μια διπλωματία της βιτρίνας και της πολιτικής απόδρασης, όπου οι χειραψίες επιστρατεύονται ως επικοινωνιακό αντίβαρο στην εσωτερική σήψη, με μοναδικό στόχο τη δημιουργία μιας επίπλαστης κανονικότητας που καμία πρακτική ουσία δεν προσφέρει στον τόπο. Αυτή η προσέγγιση αγνοεί μια θεμελιώδη αλήθεια που λέει ότι οποιαδήποτε πραγματιστική πολιτική πρέπει να βασίζεται σε πάγιες αρχές, ώστε να μην αποσυντίθεται η ικανότητα της στο πεδίο της τακτικής σε τυχαίες και ασύνδετες κινήσεις που εξυπηρετούν μόνο το «θεαθήναι». Όπως προειδοποιούσε ο Λόρδος Κλάρεντον, μια χώρα που επιδιώκει μεγάλες αλλαγές χωρίς να θέλει να εκτεθεί σε μεγάλους κινδύνους αυτοκαταδικάζεται σε μάταιες προσπάθειες. Στην περίπτωση του κ. Μητσοτάκη, η απουσία αυτού του ρεαλιστικού βάθους είναι παραπάνω από εμφανής.
Κριτήριο της ικανότητας ενός πολιτικού είναι το αν μπορεί να διακρίνει, μέσα από τη δίνη των αποφάσεων τακτικής και το κυνήγι των φωτογραφικών κλικ, τα πραγματικά μακροπρόθεσμα συμφέροντα του τόπου του, χάρισμα που ο Πρωθυπουργός δείχνει να στερείται, προτιμώντας την ασφάλεια των διεθνών σαλονιών από την αντιμετώπιση των εγχώριων κρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, αντί της στρατηγικής διορατικότητας, η πρωθυπουργική πρακτική διακρίνεται από μια επικίνδυνη επιπολαιότητα, η οποία χρησιμοποιείται ως εργαλείο αποπροσανατολισμού. Η επιπολαιότητα όμως αποτελεί ένα δαπανηρό χόμπι για έναν πολιτικό και αργά ή γρήγορα το τίμημα της θα κληθεί να πληρωθεί από μια κοινωνία που παρακολουθεί τον ηγέτη της να πετάει πάνω από τα προβλήματα της.
Ενέργειες που υπαγορεύονται από τις διαθέσεις της στιγμής και την ανάγκη αλλαγής της ατζέντας, αποκομμένες από οποιαδήποτε σφαιρική εθνική στόχευση, δεν μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστον. Όταν η εξωτερική πολιτική ασκείται σαστισμένα με βάση αφηρημένες αρχές και επικοινωνιακά τεχνάσματα για να καλυφθεί η εσωτερική θεσμική εκτροπή, χάνεται η δυνατότητα διάκρισης των πραγματικών εθνικών προτεραιοτήτων.
Και μόνο κάποιος σαστισμένος, όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός, υποκαθιστά την αίσθηση προσανατολισμού με ελιγμούς δημοσίων σχέσεων, βαφτίζοντας τις δημόσιες σχέσεις «διεθνές κύρος». Κι έτσι δείχνει να μην καταλαβαίνει ότι η εξωτερική πολιτική χτίζει στην άμμο όταν αγνοεί τις πραγματικές σχέσεις ισχύος και βασίζεται αποκλειστικά σε αυθαίρετες προφητείες για τις προθέσεις των άλλων, την ώρα που το εσωτερικό μέτωπο καταρρέει.
Και κάτι ακόμη… ο κ. Μητσοτάκης, όπου κι αν βρεθεί, επιλέγει να παρουσιάζει τον εαυτό του πρωτίστως ως «Ευρωπαίο ηγέτη» και μετά όλα τα υπόλοιπα, χρησιμοποιώντας τη διεθνή του ιδιότητα ως ασπίδα απέναντι στην κριτική για τα σκάνδαλα που πλήττουν τη χώρα του. Χαρακτηριστικό αυτού είναι ότι παρουσιάστηκε από τους εγχώριους κονδυλοφόρος ως «ο πρώτος ηγέτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επισκέφθηκε τα ΗΑΕ μετά τις επιθέσεις».
Αυτή η ιεράρχηση είναι ολέθρια, διότι από τη στιγμή που καταστρέφεται η ιδέα την οποία έχει ένα έθνος για τον εαυτό του, όταν η εθνική αξιοπρέπεια θυσιάζεται στο βωμό της προσωπικής επικοινωνιακής επιβίωσης, χάνεται μαζί και η προθυμία του λαού να διαδραματίσει έναν πραγματικά σημαντικό διεθνή ρόλο.
Τα ταξίδια του Πρωθυπουργού, στερημένα από εθνική πνοή και συγχρονισμένα με τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, αφήνουν τη χώρα ουσιαστικά αβοήθητη. Όσο η κυβέρνηση επενδύει σε εντυπώσεις για να «θάψει» την ακρίβεια και τη διαφθορά, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια διακυβέρνηση που αναζητά τη νομιμοποίηση της στο εξωτερικό, αδυνατώντας να δώσει λύσεις στο εσωτερικό.

