Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν X

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Φτάσαμε ήδη στα μισά του Μαρτίου. Παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί εικόνα επιτυχιών και κανονικότητας, η πραγματικότητα είναι πιο απαιτητική. Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ενεργειακή αβεβαιότητα και οικονομική πίεση για τα νοικοκυριά. Σε τέτοιες συνθήκες η χώρα χρειάζεται καθαρή στρατηγική, αποφασιστικότητα και εθνική αυτοπεποίθηση. Η επικοινωνιακή διαχείριση δεν επαρκεί.

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Κύπρο μαζί με τον Emmanuel Macron και η συνάντηση με τον Νίκο Χριστοδουλίδη παρουσιάστηκαν ως απόδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η Ελλάδα όμως δεν χρειάζεται ευρωπαϊκές επιβεβαιώσεις για να σταθεί δίπλα στην Κύπρο. Η στήριξη προς την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ζήτημα διπλωματικών φωτογραφιών ούτε ευκαιριακών δηλώσεων. Είναι ζήτημα ιστορικής ευθύνης και εθνικής συνέπειας. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πραγματοποιούνται επισκέψεις. Είναι αν υπάρχει στρατηγική αποτροπής απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό ή αν συνεχίζεται η προσδοκία ότι χαμηλοί τόνοι και ήρεμα νερά μπορούν να μεταβάλουν μια δύναμη που αμφισβητεί ανοιχτά κυριαρχικά δικαιώματα.

Τα γεωπολιτικά μέτωπα μεταφέρονται γρήγορα στην οικονομία και στην καθημερινότητα των πολιτών. Εκεί εμφανίζεται η αδυναμία της κυβερνητικής πολιτικής. Η επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα καύσιμα και σε προϊόντα των σούπερ μάρκετ παρουσιάζεται ως λύση στην ακρίβεια. Στην πραγματικότητα αποτελεί ομολογία αποτυχίας. Όταν το κράτος καταφεύγει σε διοικητικό έλεγχο των τιμών, σημαίνει ότι η αγορά έχει ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο και ότι η οικονομική πολιτική δεν προστάτευσε την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Οι πολίτες δεν χρειάζονται προσωρινά φρένα. Χρειάζονται οικονομική πολιτική που μειώνει το ενεργειακό κόστος, περιορίζει τη φορολογική επιβάρυνση και αυξάνει τα πραγματικά εισοδήματα.

Σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση επικαλείται τη δημοσιονομική σοβαρότητα ως βασικό επίτευγμα. Η δημοσιονομική ισορροπία είναι αναγκαία. Δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως άλλοθι για την απουσία αναπτυξιακής στρατηγικής. Μια οικονομία δεν γίνεται ισχυρή επειδή ισορροπεί λογιστικά τους προϋπολογισμούς της. Γίνεται ισχυρή όταν παράγει, επενδύει, ενισχύει τη βιομηχανία της και δημιουργεί πλούτο που παραμένει στη χώρα.

Το ίδιο έλλειμμα στρατηγικής εμφανίζεται και στην ενεργειακή πολιτική. Η αύξηση της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών παρουσιάζεται ως επιτυχία. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η πρόωρη απολιγνιτοποίηση αποδυνάμωσε την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας και αύξησε την εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να καθορίζεται από ιδεολογικές επιλογές ή από μια βεβιασμένη πράσινη μετάβαση. Η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα και αξιοποίηση των εθνικών πόρων.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι συμφωνίες με την Chevron και την HELLENiQ Energy για έρευνες υδρογονανθράκων. Πρόκειται για εξέλιξη που θα μπορούσε να είχε προχωρήσει εδώ και χρόνια αν η χώρα δεν είχε εγκλωβιστεί σε πολιτικές καθυστερήσεις και φοβίες. Η Ελλάδα διαθέτει ενεργειακούς πόρους και οφείλει να τους αξιοποιήσει. Σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια μετατρέπεται ξανά σε γεωπολιτικό εργαλείο, η ενεργειακή ανεξαρτησία αποτελεί και ζήτημα κυριαρχίας.

Την ίδια στιγμή ανοίγει συζήτηση για τους μικρούς αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες. Η εξέταση νέων τεχνολογιών είναι θεμιτή. Μια χώρα όμως δεν μπορεί να αλλάζει ενεργειακή στρατηγική κάθε λίγα χρόνια σύμφωνα με διεθνείς τάσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται σταθερό εθνικό σχέδιο ενέργειας και όχι διαδοχικές πολιτικές που αλληλοαναιρούνται.

Από τα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα περνάμε στα ζητήματα καθημερινότητας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως σημαντική μεταρρύθμιση τη διασταύρωση στοιχείων για ανασφάλιστα οχήματα και απλήρωτα τέλη κυκλοφορίας. Η εφαρμογή του νόμου αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση ενός κράτους. Δεν αποτελεί λόγο αυτοθαυμασμού. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ίδια αποφασιστικότητα εμφανίζεται απέναντι σε μεγάλα κυκλώματα παρανομίας που για χρόνια λειτουργούν ανενόχλητα.

Σε αυτό το σημείο αξίζουν συγχαρητήρια στα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας για την εξάρθρωση κυκλωμάτων παράνομου τζόγου και απάτης. Το ίδιο ισχύει και για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων που αποκάλυψαν δίκτυο λαθρεμπορίας καυσίμων. Οι επιτυχίες αυτές δείχνουν ότι όταν το κράτος λειτουργεί μεθοδικά μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες επιτυχίες παραμένουν εξαίρεση.

Παράλληλα παρουσιάζεται ως κοινωνική μεταρρύθμιση η αντικατάσταση της διανομής τροφίμων με ψηφιακή κάρτα για τους δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Η καλύτερη διαχείριση των επιδομάτων είναι θετική. Η ουσιαστική κοινωνική πολιτική όμως δεν είναι η διαχείριση της φτώχειας. Είναι η δημιουργία συνθηκών ώστε οι πολίτες να ζουν από την εργασία τους και όχι από κρατικές ενισχύσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τις ανακοινώσεις σχετικά με την ανάπτυξη της περιφέρειας. Η μείωση της ανεργίας στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη είναι θετική εξέλιξη. Η Θράκη όμως δεν είναι απλώς μια περιφέρεια. Είναι περιοχή στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα. Χρειάζεται ολοκληρωμένη πολιτική ανάπτυξης που θα ενισχύει την οικονομία, τον πληθυσμό και την εθνική της θωράκιση.

Στη Θεσσαλία επανέρχεται η συζήτηση για τη μεταφορά υδάτων από τον Αχελώο ποταμό. Πρόκειται για ακόμη μία υπενθύμιση των χρόνιων καθυστερήσεων του ελληνικού κράτους. Το έργο συζητείται εδώ και δεκαετίες ενώ σημαντικές υποδομές έχουν ήδη κατασκευαστεί αλλά παραμένουν ανενεργές. Σε μια εποχή κλιματικής πίεσης και λειψυδρίας, η αγροτική παραγωγή της Θεσσαλίας δεν μπορεί να παραμένει όμηρος γραφειοκρατίας και ιδεολογικών αγκυλώσεων.

Θετικές είναι οι παρεμβάσεις στον τομέα του πολιτισμού, όπως η αποκατάσταση του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης και οι νέες υποδομές στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Ο πολιτισμός αποτελεί θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας και σημαντικό μέσο διεθνούς προβολής. Το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη προστασίας μνημείων όπως η Δήλος και ο Μυστράς από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Αποτελεί ευθύνη απέναντι στο μέλλον.

Μέσα σε όλα αυτά η τιμητική διάκριση του Γιάννη Αντετοκούνμπο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί μια πραγματικά θετική στιγμή για τη χώρα. Ένας αθλητής που με το παράδειγμά του αποδεικνύει τι μπορεί να επιτύχει η Ελλάδα όταν συνδυάζονται προσπάθεια, πειθαρχία και πίστη στις δυνατότητες.

Πέρα όμως από τις επιμέρους δράσεις και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις, το βασικό ερώτημα παραμένει. Διαθέτει σήμερα η χώρα συνεκτική εθνική στρατηγική για τις προκλήσεις της εποχής. Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και συχνά απρόβλεπτα, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να πορεύεται με απλή διαχείριση της επικαιρότητας. Χρειάζεται σχέδιο, αποφασιστικότητα και πολιτική που υπηρετεί πρώτα την πατρίδα και την κοινωνία. Όχι την εικόνα της εκάστοτε κυβέρνησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.