Η εξωτερική πολιτική της αθλιότητας από το Σινά ως το Αιγαίο

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στη διπλωματία, η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική ισχύ και την πολιτική αδυναμία μετριέται από μια πολύ απλή διαφορά. Οι σοβαρές χώρες διαπραγματεύονται για να κατοχυρώσουν τα εθνικά τους συμφέροντα, ενώ οι αδύναμες κυβερνήσεις πασχίζουν να βαφτίσουν «θρίαμβο» όσα στάθηκαν ανίκανες να υπερασπιστούν.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αναγάγει αυτή την τακτική σε επίσημο δόγμα, μετατρέποντας τη διπλωματία από εργαλείο εθνικής ισχύος σε μια διαρκή άσκηση επικοινωνίας. Πρόκειται για την αθλιότητα της εξωτερικής πολιτικής ή, ακριβέστερα, για την εξωτερική πολιτική της αθλιότητας, ένα μοντέλο διακυβέρνησης, δηλαδή, που νοιάζεται αποκλειστικά για τις εντυπώσεις και καθόλου για την ουσία των εθνικών κεκτημένων.

Η υπόθεση της Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης κατάπτωσης. Ο Υπουργός Εξωτερικών, κ. Γιώργος Γεραπετρίτης, ισχυρίστηκε ανερυθρίαστα ότι το νομικό καθεστώς της Μονής παρέμενε «αίολο» επί 1.500 χρόνια.

Με ποιο δικαίωμα και με ποια ιστορική τεκμηρίωση απαξιώνεται έτσι μια αδιάλειπτη παρουσία δεκαπέντε αιώνων, θωρακισμένη από τον περίφημο Αχτιναμέ του Μωάμεθ, από αυτοκρατορικά χρυσόβουλα και διεθνή έθιμα; Η απάντηση είναι εξοργιστικά απλή αφού η κυβέρνηση χρειαζόταν να παρουσιάσει το παρελθόν ως ένα «απόλυτο κενό», για να μπορέσει να πουλήσει τη σημερινή της υποχώρηση ως δικό της «ιστορικό επίτευγμα».

Όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν έκλεισε μια εκκρεμότητα, αλλά τι ακριβώς πλήρωσε η Ελλάδα για να την κλείσει. Μετά τη δυσμενή απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου το 2025, η Αθήνα όφειλε να ορθώσει ανάστημα και να απαιτήσει την πλήρη διασφάλιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του μοναστηριού.

Αντί για αυτό, αποδέχθηκε έναν συμβιβασμό που περιορίζει την κυριότητα σε δικαιώματα απλής «χρήσης», ενώ παράλληλα πανηγυρίζει επειδή οι Σιναΐτες μοναχοί θα λαμβάνουν «άδειες παραμονής». Το να μετατρέπεις τους θεματοφύλακες του Θεοβάδιστου Όρους από κυρίαρχους οικιστές σε φιλοξενούμενους που χρειάζονται βίζα δεν είναι διπλωματική επιτυχία αλλά η επιτομή μιας πολιτικής που υποχωρεί αμαχητί και στη συνέχεια πανηγυρίζει πάνω στα ερείπια των υποχωρήσεων της.

Αυτή η νοοτροπία του «να κλείνουμε όπως-όπως τους φακέλους» ξεπερνά κατά πολύ το Σινά και χτυπάει στον πυρήνα των εθνικών μας συμφερόντων. Στα ελληνοτουρκικά, η κυβέρνηση έχει εγκλωβιστεί στο αφήγημα των «ήρεμων νερών», μπερδεύοντας την απουσία κρίσης με την επίλυση των προβλημάτων. Την ώρα που η Άγκυρα αλωνίζει με τη «Γαλάζια Πατρίδα» και εμμένει στο σύνολο των αναθεωρητικών της διεκδικήσεων σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα υποχωρεί συνεχώς από τις κόκκινες γραμμές της για να συντηρεί ένα τεχνητό «καλό κλίμα».

Όταν όμως εκπέμπεις παντού το μήνυμα, από το Κάιρο μέχρι την Άγκυρα, ότι είσαι πρόθυμος να υπογράψεις τα πάντα αρκεί να αποφύγεις την ένταση και να παρουσιάσεις μια εικονική ηρεμία στο εσωτερικό σου ακροατήριο, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αποθρασύνεις τις απέναντι διεκδικήσεις.

Αυτή ακριβώς είναι η αθλιότητα της εξωτερικής πολιτικής, να αντιμετωπίζονται, δηλαδή, τα κυριαρχικά δικαιώματα και οι ιστορικές παρακαταθήκες με όρους δημοσίων σχέσεων, και να μετριέται η εθνική αξιοπρέπεια με τη συχνότητα των κυβερνητικών δελτίων τύπου.

Η ευθύνη για αυτή τη διολίσθηση βαραίνει προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό του. Ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να παριστάνει τον εγγυητή μιας «ισχυρής Ελλάδας» όταν η εξωτερική του στρατηγική εξαντλείται σε επικοινωνιακά τρόπαια και πανηγυρισμούς. Γιατί το χειρότερο πράγμα για μια χώρα δεν είναι να βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση, αλλά να έχει μια κυβέρνηση που έχασε τη δυνατότητα να ξεχωρίζει τη διπλωματική νίκη από τη διαχείριση μιας εθνικής υποχώρησης, βυθίζοντας τη χώρα στην εξωτερική πολιτική της αθλιότητας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.