Η εύνοια του Τραμπ και η αυταπάτη της Αθήνας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η εικόνα ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «βλέπει θετικά» την Ελλάδα έχει γίνει το νέο αγαπημένο αφήγημα κυβερνητικών κύκλων και των πρόθυμων σχολιαστών που αναλαμβάνουν να το πλασάρουν ως εθνική επιτυχία. Μόνο που πίσω από τους πανηγυρισμούς κρύβεται μια απλή, άβολη αλήθεια. Ο Τραμπ δεν χαμογελά στην Ελλάδα, αλλά στην Τουρκία. Και η Αθήνα, με τη στάση της, του κάνει τη ζωή πιο εύκολη απ’ όσο θα έπρεπε. Όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το ντύσουν με μεγάλα λόγια, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά απλή, και τα πολλά λόγια, όπως πάντα, είναι φτώχεια.

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει σε μια εξωτερική πολιτική που μοιάζει περισσότερο με διαρκή αυτοσυγκράτηση παρά με υπεράσπιση συμφερόντων. Η γραμμή είναι ξεκάθαρη και στηρίζεται σε χαμηλούς τόνους, αποφυγή εντάσεων, καμία απαίτηση που θα μπορούσε να φέρει την Ουάσιγκτον σε δύσκολη θέση απέναντι στην Άγκυρα. Αυτή η στάση, που στο εσωτερικό παρουσιάζεται ως «ψυχραιμία», στο εξωτερικό διαβάζεται ως «η Ελλάδα δεν θα μας ζορίσει». Και αυτό, για έναν ηγέτη που λειτουργεί με όρους συναλλαγής, είναι δώρο. Δεν χρειάζεται να του εξηγήσεις πολλά. Αρκεί να μην του δημιουργείς προβλήματα. Όλα τα υπόλοιπα είναι περιττές ρητορείες.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που κάθε τόσο εμφανίζονται κυβερνητικοί κονδυλοφόροι να πανηγυρίζουν για μια δήλωση συμπάθειας, ένα χαμόγελο, μια αναφορά σε ομιλία. Το επικοινωνιακό σύστημα χρειάζεται υλικό, και το βρίσκει εκεί όπου δεν υπάρχει ουσία. Ένα «η Ελλάδα είναι καλός σύμμαχος» μετατρέπεται σε «διπλωματικός θρίαμβος». Ένα «η Ελλάδα είναι σταθερή» παρουσιάζεται ως «αναγνώριση». Κανείς όμως δεν αναρωτιέται τι ακριβώς αναγνωρίζεται. Γιατί αν το έκαναν, θα έβλεπαν ότι πίσω από τα μεγάλα λόγια κρύβεται μια πολύ μικρή πραγματικότητα.

Γιατί αυτό που πραγματικά εκτιμά η Ουάσιγκτον, και ειδικά ο Τραμπ, δεν είναι η ελληνική στρατηγική, αλλά η ελληνική σιωπή. Η Αθήνα έχει γίνει ο σύμμαχος που δεν δημιουργεί προβλήματα, που δεν απαιτεί πίεση προς την Τουρκία, που δεν χαλάει τις ισορροπίες. Και όσο η Ελλάδα επιλέγει να μην αντιδρά, τόσο πιο εύκολα η Τουρκία εμφανίζεται ως ο πραγματικός συνομιλητής των ΗΠΑ στην περιοχή. Η ελληνική στάση λειτουργεί σαν φίλτρο που καθαρίζει την εικόνα της Άγκυρας προς τα έξω και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Όταν δεν μιλάς, άλλοι μιλούν για σένα. Και όταν άλλοι μιλούν για σένα, τα πολλά λόγια τους συνήθως κοστίζουν σε σένα.

Οι θετικές αναφορές του Τραμπ, λοιπόν, δεν είναι επιβράβευση της Ελλάδας, αλλά επιβράβευση της ελληνικής ανοχής. Είναι το «μπράβο» που δίνεται σε έναν σύμμαχο που δεν θα χαλάσει τη δουλειά. Και όσο οι κυβερνητικοί μηχανισμοί το παρουσιάζουν ως επιτυχία, τόσο περισσότερο θολώνει η πραγματική εικόνα. Μια χώρα που αντιμετωπίζεται ως δεδομένη, μια χώρα που δεν διεκδικεί, μια χώρα που κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα επειδή δεν θέλησε να χαλάσει την ατμόσφαιρα. Όσο περισσότερο φωνάζουν για «επιτυχίες», τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται η γύμνια της ουσίας. Γιατί όταν η πολιτική γίνεται επικοινωνία, τότε τα πολλά λόγια δεν είναι απλώς φτώχεια, είναι και επικίνδυνα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Τραμπ λέει καλά λόγια. Το πρόβλημα είναι ότι τα λέει για τους λάθος λόγους και ότι στην Αθήνα κάποιοι βιάζονται να τα παρουσιάσουν ως θριάμβους, αντί να αναρωτηθούν τι σημαίνουν για τα εθνικά συμφέροντα. Γιατί μια χώρα που πανηγυρίζει για την εύνοια, αντί να διεκδικεί τον σεβασμό, στο τέλος κινδυνεύει να χάσει και τα δύο. Και τότε, όσο κι αν προσπαθήσουν να το κρύψουν πίσω από μεγαλόστομες δηλώσεις, η πραγματικότητα θα παραμένει αμείλικτη… τα πολλά λόγια δεν χτίζουν πολιτική, χτίζουν αυταπάτες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.