Η αλλοίωση του πληθυσμού της Ελλάδας και οι αντιφάσεις της Δημόσιας Πολιτικής
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) δημοσιοποίησε τα στοιχεία του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας για την 1η Ιανουαρίου 2025, επιβεβαιώνοντας μία ανησυχητική τάση που παρατηρείται εδώ και χρόνια, τη συνεχιζόμενη μείωση του πληθυσμού λόγω της υπογεννητικότητας και την αλλοίωση του πληθυσμιακού ιστού από τις μεταναστευτικές ροές. Η εικόνα αυτή θέτει τη χώρα μπροστά σε σοβαρές δημογραφικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Ο πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 εκτιμάται σε 10.372.335 άτομα, με την πληθυσμιακή μείωση να ανέρχεται σε 0,03% σε σχέση με το 2024. Αυτή η μικρή μείωση μπορεί να φαίνεται αμελητέα, όμως αποτελεί το αποτέλεσμα μίας συνεχούς φυσικής μείωσης του πληθυσμού, η οποία αποδεικνύει την αποδυνάμωση της ελληνικής κοινωνίας. Ο αριθμός των γεννήσεων για το 2024 ανήλθε σε 68.309, έναντι 125.873 θανάτων, γεγονός που επιβεβαιώνει την αρνητική φυσική ισοτιμία. Η υπογεννητικότητα, δηλαδή η αδυναμία της χώρας να αναπαραγάγει τον πληθυσμό της, παραμένει μία από τις πιο σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις.
Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας δεν περιορίζεται απλώς σε αριθμητική μείωση, αλλά έχει και ποιοτικές συνέπειες. Η ελληνική κοινωνία γερνάει με ταχύτατους ρυθμούς. Το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω ανέρχεται στο 23,7%, ενώ μόλις το 12,8% είναι ηλικίας 0-14 ετών. Ο δείκτης γήρανσης, δηλαδή η αναλογία ηλικιωμένων προς παιδιά, φτάνει το 185,4, μία από τις υψηλότερες τιμές στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα, υπάρχουν σχεδόν δύο άτομα άνω των 65 ετών, επιβαρύνοντας σημαντικά την οικονομία και τις κοινωνικές δομές.
Το δημογραφικό πρόβλημα σχετίζεται άμεσα με τις πολιτικές που δεν έχουν καταφέρει να ενισχύσουν τη γονιμότητα. Η υπογεννητικότητα έχει σοβαρές συνέπειες για τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων, τη στήριξη του εργατικού δυναμικού και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Αντίστοιχα, η μετανάστευση προσθέτει ένα νέο και σύνθετο στοιχείο στην ήδη κρίσιμη πληθυσμιακή εικόνα της χώρας. Η καθαρή μετανάστευση για το 2024 εκτιμάται σε 54.135 άτομα, με 132.149 εισερχόμενους και 78.014 εξερχόμενους μετανάστες. Αν και η μετανάστευση μπορεί να έχει θετικά οικονομικά αποτελέσματα, αυξάνει τις προκλήσεις για την ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, την εκπαίδευση και την απασχόληση. Ιδιαίτερα οι παράνομοι μετανάστες, που εισέρχονται στη χώρα χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα, εντείνουν τα προβλήματα, καθώς συχνά δεν έχουν πρόσβαση σε κανονικές διαδικασίες ένταξης ή απασχόλησης.
Αυτή η πληθυσμιακή διαφοροποίηση δημιουργεί κοινωνικές εντάσεις και ερωτήματα για την κοινωνική συνοχή της χώρας. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο σε δημογραφική παρακμή λόγω της υπογεννητικότητας, αλλά αντιμετωπίζει και τις προκλήσεις που προκύπτουν από τις πληθυσμιακές αλλαγές που προκαλούνται από τη μετανάστευση. Η αλλοίωση του πληθυσμού, λόγω της υψηλής εισροής μεταναστών, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ένταξης και κοινωνικής αποδοχής, θέτοντας σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας.
Επιπλέον, το μεταναστευτικό ρεύμα έχει σημαντική επίδραση στον προϋπολογισμό της χώρας, καθώς απαιτεί αυξημένη κοινωνική στήριξη μέσω των επιδομάτων, όπως τα επιδόματα διαβίωσης, εργασίας, εκπαίδευσης και υγείας. Οι αυξημένες ανάγκες για κοινωνική βοήθεια, κυρίως για τους μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα υπό καθεστώς διεθνούς ή προσωρινής προστασίας, αλλά και για όσους εισέρχονται παράνομα, επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ιδιαίτερα οι παράνομοι μετανάστες, που συχνά δεν έχουν πρόσβαση σε κανονικές διαδικασίες ένταξης ή απασχόλησης, αυξάνουν τη ζήτηση για κοινωνική βοήθεια χωρίς να συμβάλλουν στην οικονομία.
Το σύστημα επιδομάτων, αν και έχει ως σκοπό την προστασία των ευάλωτων, δημιουργεί σοβαρή οικονομική επιβάρυνση, καθώς δεν υπάρχουν αντίστοιχα μέτρα για την ενίσχυση των κρατικών εσόδων ή την ένταξη των μεταναστών στην παραγωγική διαδικασία. Η συνεχιζόμενη ανάγκη για κοινωνική βοήθεια καθιστά τη δημοσιονομική ισορροπία όλο και πιο αβέβαιη, ενώ η δυσκολία στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ κοινωνικής προστασίας και βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών καθίσταται ολοένα και πιο εμφανής.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή όσον αφορά την ανάπτυξη του πληθυσμού της. Αν και η καθαρή μετανάστευση είναι θετική, η εξάρτηση από αυτήν για την αύξηση του πληθυσμού είναι επικίνδυνη, αβέβαιη και συνεπάγεται μεγάλη οικονομική επιβάρυνση. Η διατήρηση του πληθυσμού της χώρας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση της γεννητικότητας, την υποστήριξη των νέων οικογενειών και την καταπολέμηση της απογοήτευσης που οδηγεί στην αναπαραγωγική απροθυμία.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη δημογραφική πολιτική που να συνδυάζει την ενίσχυση της οικογενειακής πολιτικής, την οικονομική στήριξη για νέους γονείς και την εύρεση βιώσιμων λύσεων για την ένταξη των μεταναστών χωρίς να αλλοιώνεται ο κοινωνικός χαρακτήρας της χώρας και να επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός. Διαφορετικά, ο πληθυσμός θα συνεχίσει να μειώνεται και να γερνάει, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική και κοινωνική ευημερία της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες.

