Επτά χρόνια κυβερνητικής διαχείρισης και τραπεζικών ευεργεσιών χωρίς ίχνος πραγματικής παραγωγής
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Κακά τα ψέματα, η πραγματική οικονομική πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο καλά ξέρεις να αδειάζεις και να ξαναγεμίζεις τα κρατικά ταμεία. Κρίνεται από το τι είδους πλούτο παράγεις όταν σβήσουν οι κάμερες. Και δυστυχώς, μετά από επτά ολόκληρα χρόνια στο τιμόνι της χώρας, η κυβέρνηση δείχνει εγκλωβισμένη σε ένα ρόλο που της πάει πολύ επικοινωνιακά, αλλά είναι καταστροφικός για τη χώρα. Και φυσικά αναφέρομαι στον ρόλο του τροχονόμου των ευρωπαϊκών κονδυλίων και του διαχειριστή των πλεονασμάτων.
Αυτή η νοοτροπία φάνηκε καθαρά και στην πρόσφατη συνεδρίαση του ΚΥΣΟΙΠ υπό τον Πρωθυπουργό, όπου το μεγάλο θέμα ήταν πάλι η «μάχη» για το ποια πακέτα θα πάρουμε την περίοδο 2028-2034 και πώς θα ελέγξουμε τα μεγάλα έργα. Για το Μαξίμου, ανάπτυξη σημαίνει απλώς να απορροφούμε λεφτά. Μόνο που το θέμα δεν είναι πόσα χρήματα μπαίνουν στη χώρα, αλλά πού πάνε και τι αφήνουν πίσω τους όταν τελειώσουν οι χρηματοδοτήσεις.
Αυτή η εμμονή με τους αριθμούς και τα «πακέτα» έχει αφήσει την παραγωγή μας στον αυτόματο πιλότο, με την παραγωγικότητα κολλημένη στον πάτο και τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα να αργοπεθαίνουν. Πλέον, ακόμα και οι ίδιοι οι υπουργοί αναγκάζονται να το παραδεχτούν, με τον Υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, να δηλώνει δημόσια ότι οι τιμές δεν πέφτουν με διατάγματα και ότι η μόνη πραγματική λύση είναι μια πιο παραγωγική οικονομία.
Εδώ βέβαια γελάμε, γιατί μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το να παραδέχεσαι ότι η οικονομία σου δεν παράγει και ότι τα μέτρα σου για την ακρίβεια είναι απλές ασπιρίνες, είναι ορισμός της πολιτικής αποτυχίας. Για παράδειγμα, αντί για ένα σοβαρό σχέδιο για τη βιομηχανία και τη γεωργία, η κυβέρνηση προτίμησε να θυσιάσει την εγχώρια παραγωγή για χάρη μιας βιαστικής και άναρχης «πράσινης μετάβασης». Έκλεισαν άρον-άρον τις λιγνιτικές μονάδες, μόνο και μόνο για να δείξουν γρήγορη απορρόφηση στο Ταμείο Ανάκαμψης, και το μόνο που κατάφεραν ήταν να εκτοξεύσουν το κόστος του ρεύματος στα ύψη, γονατίζοντας τις επιχειρήσεις και κάνοντας τα ελληνικά προϊόντα απλησίαστα.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για το πρωτογενές πλεόνασμα των 4,48 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, που ήρθε από την υπεραπόδοση των φόρων που άγγιξαν τα 34 δισεκατομμύρια. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε, πίσω από αυτούς τους πανηγυρισμούς δεν κρύβεται καμία ανάπτυξη. Κρύβεται η άγρια αφαίμαξη της μεσαίας τάξης μέσω των έμμεσων φόρων και του πληθωρισμού. Το σύστημα δουλεύει κάπως έτσι, το κράτος σου παίρνει τα διπλάσια από τη μια τσέπη μέσω της ακρίβειας, και σου πετάει μερικά ψίχουλα στην άλλη με τη μορφή «pass» και επιδομάτων. Αυτή η πελατειακή διαχείριση απλώς εθίζει τον κόσμο στην κρατική ελεημοσύνη, την ώρα που το κράτος σηκώνει τα χέρια ψηλά ακόμα και για τα βασικά και περιμένει από τις τράπεζες να κάνουν τη δουλειά του.
Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα τώρα, με τη μεγάλη είδηση ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες δίνουν 100 εκατομμύρια ευρώ για να ανακαινιστούν το καλοκαίρι 240 σχολεία σε όλη τη χώρα. Αντί η συντήρηση των σχολείων να είναι αυτονόητη υποχρέωση ενός σοβαρού κράτους που σέβεται τα παιδιά μας, η κυβέρνηση βγαίνει φωτογραφίες δίπλα σε τραπεζικές χορηγίες. Και εδώ κρύβεται η μεγάλη υποκρισία, γιατί αυτές οι δωρεές γίνονται με «ξένα κόλλυβα». Οι τράπεζες εμφανίζουν τεράστια κέρδη και κάνουν τους ευεργέτες, αλλά τα κεφάλαια τους βασίζονται στον αναβαλλόμενο φόρο, δηλαδή σε μια κρατική εγγύηση που πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος. Στην ουσία, οι τράπεζες δεν πληρώνουν τους φόρους που χρωστάνε επειδή συμψηφίζουν παλιές ζημιές με τις πλάτες του κράτους, και ένα ελάχιστο μέρος από αυτά τα χαμένα δημόσια έσοδα μας το επιστρέφουν ως «αρωγή» για να βαφτούν οι τοίχοι των σχολείων.
Η κοροϊδία γίνεται ακόμα πιο προκλητική αν συγκρίνουμε αυτή τη δήθεν κοινωνική ευαισθησία των τραπεζών με το τι έγινε με τα κόκκινα δάνεια. Εκεί η κυβέρνηση άνοιξε διάπλατα την πόρτα στα ξένα funds να μπουν στην ελληνική αγορά κατοικίας χωρίς κανέναν έλεγχο. Αντί από την αρχή να προστατευτεί η κύρια κατοικία και να δοθούν βιώσιμες λύσεις στους δανειολήπτες, τα σπίτια του κόσμου έγιναν αντικείμενο άγριας κερδοσκοπίας. Τα funds πήραν τα δάνεια για ένα κομμάτι ψωμί, άρχισαν τους πλειστηριασμούς, πέταξαν κόσμο στον δρόμο και εκτίναξαν τις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων στα ύψη. Οι τράπεζες «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους, τα funds θησαυρίζουν, και το κράτος απλώς κοιτάζει τη στεγαστική κρίση που το ίδιο δημιούργησε, προτιμώντας να μιλάει για τα βαμμένα προαύλια των σχολείων.
Μέσα σε αυτή την παρακμή, οι δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών μοιάζουν με εκθέσεις ιδεών εκτός τόπου και χρόνου. Δείτε για παράδειγμα τον Κυριάκο Πιερρακάκη, ο οποίος από το βήμα του Eurogroup μας λέει ότι η Ευρώπη χρειάζεται τραπεζικές συγχωνεύσεις και Ένωση Κεφαλαιαγορών για να γίνει ανταγωνιστική. Όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία στα αγγλικά και στα podcast, αλλά για την ελληνική πραγματικότητα είναι απλές επικοινωνιακές φωτοβολίδες. Το δικό μας τραπεζικό σύστημα χρειάζεται γκρέμισμα και στήσιμο από την αρχή για να αρχίσει να χρηματοδοτεί τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την παραγωγή, αντί να δίνει δάνεια μόνο σε 5-10 μεγάλους ομίλους και να ζει από τις κρατικές διευκολύνσεις του αναβαλλόμενου φόρου. Άλλωστε, πώς να μιλάς για ευρωπαϊκή ενοποίηση των αγορών όταν ξέρεις πολύ καλά ότι χωρίς δημοσιονομική και πολιτική ένωση της Ευρώπης, κάτι που οι Γερμανοί δεν θέλουν ούτε να ακούσουν, όλα αυτά είναι λόγια του αέρα;
Για να το μαζέψουμε, η χώρα δεν μπορεί να πάει μπροστά με το κράτος να κάνει τον ζητιάνο στις τράπεζες που το ίδιο επιδοτεί και να κάνει τον τροχονόμο στα funds που παίρνουν τα σπίτια των πολιτών. Μετά από επτά χρόνια, το παραμύθι του «καλού διαχειριστή» τελείωσε. Όταν η διαχείριση των κονδυλίων γίνεται αυτοσκοπός και η κοινωνική πολιτική εξαντλείται στα pass, η οικονομία απλώς σαπίζει. Αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε μοντέλο, πρέπει να συγκρουστούμε με τα ολιγοπώλια, να στηρίξουμε σοβαρά τη μεταποίηση και την παραγωγή, και να φτιάξουμε ένα τραπεζικό σύστημα που θα δίνει δάνεια για δουλειές και όχι για κερδοσκοπία. Όσο η κυβέρνηση αποφεύγει αυτή τη συζήτηση, ο Έλληνας θα παραμένει ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης, που ζει με δανεικά και πανηγυρίζει επειδή του έβαψαν το σχολείο.

