Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXX
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Πάει και αυτό το καλοκαίρι. Μαζί του θα μπορούσε ίσως να τελειώσει και μια άλλη εποχική συνήθεια, η παρουσίαση κάθε έργου που παραδίδεται περίπου ως ιστορικής δικαίωσης της κυβέρνησης που έτυχε να βρίσκεται στην εξουσία όταν κόπηκε η κορδέλα. Για τη Θεσσαλονίκη, το Μετρό είναι πράγματι μεγάλη υπόθεση. Είναι όμως μια υπόθεση με αρκετή ιστορία ώστε να μην προσφέρεται για επιλεκτική μνήμη. Ένα έργο που χρειάστηκε δεκαετίες, πέρασε από καθυστερήσεις, ταλαιπωρία και αλλεπάλληλες πολιτικές υποσχέσεις δεν μπορεί κάθε φορά που ανοίγει ένας νέος σταθμός να μετατρέπεται σε πιστοποιητικό κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Η επέκταση προς την Καλαμαριά είναι ασφαλώς θετική και θα βελτιώσει την καθημερινότητα της πόλης. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά ενός δημόσιου έργου, να υπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να συνοδεύεται από πολιτική αυτοαποθέωση.
Μετά τα εγκαίνια αρχίζουν τα δύσκολα. Το δίκτυο πρέπει να ολοκληρωθεί, να λειτουργεί αξιόπιστα και να συνδεθεί με τις πραγματικές ανάγκες της πόλης. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται σύνδεση του Μετρό με τον σιδηρόδρομο, ενίσχυση των περιφερειακών υποδομών και καλύτερη σχέση του λιμανιού με το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο. Χρειάζεται επίσης ένας σχεδιασμός που να την αντιμετωπίζει ως το φυσικό μητροπολιτικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας. Μια πόλη αυτού του μεγέθους δεν αλλάζει έναν σταθμό τη φορά. Αν συνεχίσουμε να παραδίδουμε αποσπασματικά κομμάτια χωρίς να τα εντάσσουμε σε ενιαίο σχεδιασμό, θα έχουμε απλώς περισσότερα έργα και την ίδια έλλειψη στρατηγικής.
Η ίδια αδυναμία φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται συνολικά η Θεσσαλονίκη. Ακούμε για τη ΔΕΘ, το μητροπολιτικό πάρκο, τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, θέσεις στάθμευσης, τον Άγιο Μηνά, την Τούμπα, αθλητικές εγκαταστάσεις, το ΑΠΘ και τον Θερμαϊκό. Τα περισσότερα είναι χρήσιμα και αρκετά απολύτως αναγκαία. Η συσσώρευση έργων όμως δεν δημιουργεί από μόνη της πολιτική για μια πόλη. Χρειάζεται ιεράρχηση, σύνδεση και σαφής αντίληψη για το πού θέλουμε να πάει η Θεσσαλονίκη. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση, ο δημόσιος χώρος, η σύνδεση του λιμανιού με την ενδοχώρα και ο ρόλος της πόλης ως πύλης των Βαλκανίων δεν λύνονται επειδή προστέθηκαν μερικές ακόμη γραμμές σε έναν κυβερνητικό κατάλογο. Και πίσω από όλα αυτά παραμένει η ουσία, ποιο παραγωγικό μοντέλο θέλουμε για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή.
Η Δυτική Μακεδονία απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη σοβαρότητα. Η απολιγνιτοποίηση αφορά μια ιστορική αλλαγή παραγωγικού μοντέλου σε μια περιοχή που οργανώθηκε επί δεκαετίες γύρω από τον λιγνίτη. Οι παρουσιάσεις γεμίζουν εύκολα με φωτοβολταϊκά, μονάδες αποθήκευσης, υδρογόνο και data centers. Πίσω από αυτά όμως υπάρχουν εργαζόμενοι, οικογένειες, μικρές επιχειρήσεις και ολόκληρες πόλεις που πρέπει να αποκτήσουν νέο οικονομικό λόγο ύπαρξης.
Η αντικατάσταση μιας λιγνιτικής μονάδας από ένα φωτοβολταϊκό πάρκο δεν αρκεί για να θεωρηθεί επιτυχημένη η μετάβαση. Αν χαθούν δουλειές, αν οι νέοι εγκαταλείψουν την περιοχή και αν η Δυτική Μακεδονία μετατραπεί κυρίως σε χώρο εγκατάστασης ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών με περιορισμένο όφελος για την τοπική οικονομία, η αλλαγή θα είναι πολύ φτωχότερη από τις λέξεις που τη συνοδεύουν. Χρειάζονται ελληνικές επιχειρήσεις, μεταποίηση, έρευνα, πανεπιστήμια, αγροδιατροφή, τεχνολογία και πραγματική σύνδεση με τις αγορές των Βαλκανίων. Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να αφήσει πίσω της παραγωγή, εισόδημα και προοπτική για τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Οι εγκαταστάσεις από μόνες τους δεν αρκούν.
Στο Ταμείο Ανάκαμψης θα ήταν χρήσιμη λίγη περισσότερη αυτοσυγκράτηση. Πρόκειται για μια τεράστια ευρωπαϊκή ευκαιρία που δόθηκε στη χώρα για να καλύψει μέρος του επενδυτικού και μεταρρυθμιστικού κενού και να ενισχύσει την παραγωγική της δυνατότητα μετά την πανδημία. Οι πόροι αυτοί δεν αποτελούν κυβερνητική δωρεά ούτε προσωπικό κατόρθωμα οποιουδήποτε. Η αξία τους θα φανεί αρκετά χρόνια αργότερα, όταν η χρηματοδότηση θα έχει ολοκληρωθεί και θα μπορούμε να δούμε τι πραγματικά έμεινε πίσω.
Τότε θα έχει σημασία αν η ελληνική οικονομία έγινε περισσότερο παραγωγική, αν αυξήθηκαν οι επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, αν ενισχύθηκε η βιομηχανία και αν μεγάλωσαν οι εξαγωγές. Το ίδιο ισχύει για την παραγωγικότητα, το εμπορικό έλλειμμα και την εξάρτηση από την κατανάλωση, τον τουρισμό και τις εισαγωγές. Οι σημερινοί δείκτες έχουν τη χρησιμότητά τους, αλλά δεν αρκούν για να αποδείξουν μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου. Αν μετά το τέλος της χρηματοδότησης η χώρα επιστρέψει στις ίδιες αδυναμίες, θα έχουμε αξιοποιήσει μια ευνοϊκή περίοδο χωρίς να έχουμε αλλάξει ουσιαστικά την οικονομία.
Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που αναφέρονται είναι χρήσιμες. Η ψηφιοποίηση του κράτους, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών, η ψηφιακή κάρτα εργασίας, το Κτηματολόγιο και η προσπάθεια επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η αξία τους όμως φαίνεται στην καθημερινή λειτουργία του κράτους. Ο πολίτης πρέπει να ταλαιπωρείται λιγότερο, ο επιχειρηματίας να μη χρειάζεται γνωριμίες και μεσάζοντες, η Δικαιοσύνη να απονέμεται σε εύλογο χρόνο και η περιουσία να μην εγκλωβίζεται για χρόνια σε διοικητική αβεβαιότητα.
Το Κτηματολόγιο θα αποκτήσει πραγματικό νόημα όταν ο πολίτης γνωρίζει με ασφάλεια τι του ανήκει και το ίδιο το κράτος γνωρίζει τι διαθέτει. Η ψηφιακή Ελλάδα έχει ήδη προσφέρει σημαντικές βελτιώσεις και αυτό αξίζει να αναγνωρίζεται. Η ψηφιοποίηση όμως δεν μπορεί να καλύψει παλιές διοικητικές αδυναμίες με μια πιο ευχάριστη οθόνη. Μια γρήγορη εφαρμογή που οδηγεί σε αργή υπηρεσία απλώς μεταφέρει την καθυστέρηση ένα βήμα παρακάτω.
Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο φέρνει άλλα 5,3 δισεκατομμύρια ευρώ και μαζί μια νέα δοκιμασία για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα αξιοποιεί τους ευρωπαϊκούς πόρους. Το μέγεθος της χρηματοδότησης τραβά εύκολα την προσοχή. Πολύ σημαντικότερο είναι να γνωρίζουμε ποιοι θα ωφεληθούν, με ποια κριτήρια, μέσα από ποιες διαδικασίες και με ποια αποτελέσματα. Η κοινωνική κατοικία, η ενεργειακή αναβάθμιση, η ηλεκτροκίνηση και οι καθαρότερες μεταφορές μπορούν να δώσουν ουσιαστικές λύσεις. Μπορούν όμως και να καταλήξουν σε ένα ακόμη πρόγραμμα όπου εκείνοι που έχουν ήδη μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους.
Η πράσινη μετάβαση έχει κοινωνικό κόστος και πρέπει να κατανέμεται δίκαια. Αν οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες σηκώσουν δυσανάλογο βάρος, οι καλές περιβαλλοντικές προθέσεις δεν θα αποτρέψουν τη δημιουργία νέων ανισοτήτων. Η χώρα χρειάζεται καθαρότερη ενέργεια χωρίς να επιβαρύνει περισσότερο την ανάγκη για ενέργεια και χρειάζεται ηλεκτροκίνηση που να μην αφορά μόνο εκείνον που μπορεί ήδη να αγοράσει καινούργιο αυτοκίνητο. Για τον άνθρωπο που δυσκολεύεται να αποκτήσει ένα αξιοπρεπές μεταχειρισμένο, η επιδότηση ενός νέου ηλεκτρικού οχήματος απέχει αρκετά από την καθημερινότητά του. Εκεί θα φανεί αν η πράσινη πολιτική έχει πραγματικά κοινωνικό περιεχόμενο.
Στις συντάξεις χηρείας, η Πολιτεία οφείλει να διορθώνει μια ρύθμιση όταν διαπιστώνεται ότι παράγει αδικία. Η διόρθωση είναι θετική, αλλά δεν χρειάζεται να επιστρέφει στον πολίτη συσκευασμένη ως νέα κοινωνική κατάκτηση. Οι συνταξιούχοι ζητούν σταθερούς και προβλέψιμους κανόνες, μαζί με ένα ασφαλιστικό σύστημα που γνωρίζει τι υπόσχεται και τι μπορεί πράγματι να χρηματοδοτήσει. Η επαναλαμβανόμενη ακολουθία αφαίρεσης, διόρθωσης και πανηγυρικής ανακοίνωσης της διόρθωσης δημιουργεί περισσότερο αβεβαιότητα παρά εμπιστοσύνη.
Οι οικογένειες που έχουν χάσει άνθρωπο αντιμετωπίζουν ήδη αρκετά. Η επαφή τους με το κράτος δεν πρέπει να προσθέτει γραφειοκρατικούς αλγόριθμους και διαρκείς αλλαγές κανόνων στο βάρος που ήδη σηκώνουν. Η ποιότητα του κράτους δικαίου φαίνεται και σε τέτοιες καθημερινές δοκιμασίες, όταν ο κανόνας παραμένει καθαρός, σταθερός και δίκαιος ακριβώς τη στιγμή που ο πολίτης είναι περισσότερο ευάλωτος.
Οι μειώσεις τιμών σε βασικά αγαθά είναι καλοδεχούμενες. Για μια οικογένεια ακόμη και ένα 5 ή 7 τοις εκατό έχει σημασία. Η ακρίβεια όμως έχει βαθύτερες αιτίες και οι περιορισμένες μειώσεις σε ορισμένα προϊόντα προσφέρουν μόνο μέρος της απάντησης. Χρειάζεται πραγματικός ανταγωνισμός, αποτελεσματικοί έλεγχοι, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή και αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στην αγορά. Όσο η χώρα εισάγει μεγάλο μέρος όσων καταναλώνει και διατηρεί υψηλό εμπορικό έλλειμμα, το ράφι θα εξακολουθεί να υπενθυμίζει τις αδυναμίες της παραγωγικής μας βάσης.
Ο καταναλωτής χρειάζεται φθηνότερο σούπερ μάρκετ, αλλά η καθημερινότητά του καθορίζεται και από τον μισθό, την ενέργεια, την ασφάλεια της εργασίας και το αν μένει κάτι στην άκρη στο τέλος του μήνα. Η διαρκής παρέμβαση στην τελική τιμή μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά. Η μόνιμη βελτίωση απαιτεί περισσότερη παραγωγή και υψηλότερο πραγματικό εισόδημα.
Στην εκπαίδευση, οι 5.259 μόνιμοι διορισμοί εκπαιδευτικών είναι θετική εξέλιξη, όπως και οι ανακαινίσεις σχολικών κτιρίων. Αυτά όμως περιγράφουν τους πόρους του συστήματος και όχι την ποιότητα του αποτελέσματος. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι τι μαθαίνει το παιδί μέσα στην τάξη και πόσο έτοιμο βγαίνει για έναν κόσμο που μεταβάλλεται ταχύτερα από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Η χώρα χρειάζεται σχολείο που καλλιεργεί κριτική σκέψη, τεχνολογική επάρκεια, γλώσσες, οικονομικό και ψηφιακό γραμματισμό, ιστορική γνώση και πολιτειακή συνείδηση. Χρειάζεται ουσιαστική αξιολόγηση, διαρκή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και σοβαρότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την πραγματική οικονομία. Ο διορισμός καλύπτει ένα κενό στο οργανόγραμμα. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης αρχίζει από όσα συμβαίνουν μετά.
Ακόμη και τα σχολικά κυλικεία, όσο μικρό ζήτημα κι αν φαίνονται μπροστά στα υπόλοιπα, δείχνουν την τάση να απομονώνουμε ένα μέρος ενός προβλήματος και να του δίνουμε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος από όσο αντέχει. Είναι σωστό να ελέγχεται τι τρώνε τα παιδιά στο σχολείο. Η παιδική υγεία διαμορφώνεται όμως σε πολύ ευρύτερο πεδίο, μέσα από τη φυσική αγωγή, τον αθλητισμό, την πρόληψη, την ενημέρωση και τις καθημερινές συνήθειες που καλλιεργούν σχολείο και οικογένεια. Μια λίστα επιτρεπόμενων προϊόντων μπορεί να βοηθήσει. Δεν αποτελεί ολοκληρωμένη πολιτική για την υγεία των παιδιών.
Η μονιμοποίηση του προγράμματος «Προσωπικός Βοηθός» είναι αναγκαία εξέλιξη. Σε μια πολιτική που αφορά την αξιοπρέπεια και την αυτονομία ανθρώπων με αναπηρία, η κομματική ιδιοκτησία περισσεύει. Η ουσία βρίσκεται στη σταθερότητα, στην επάρκεια και στην κάλυψη ολόκληρης της χώρας, ώστε η ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου να μη διαφοροποιείται δραματικά επειδή ζει στην Αθήνα, σε κάποιο νησί ή σε μια ορεινή περιοχή. Ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος φροντίζει εκείνον που έχει μεγαλύτερη ανάγκη λέει περισσότερα για την κοινωνική του πολιτική από οποιαδήποτε παρουσίαση προγράμματος.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία αξίζει ίσως μεγαλύτερη προσοχή από εκείνη που επιτρέπει η θέση του μέσα σε μια γενική κυβερνητική απαρίθμηση. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως σαφείς χωροταξικούς κανόνες. Ο επενδυτής πρέπει να γνωρίζει πού μπορεί να εγκατασταθεί, τι επιτρέπεται και πόσο χρόνο θα απαιτήσει η αδειοδότηση. Παράλληλα, η χώρα πρέπει να αποκτήσει πραγματική βιομηχανική πολιτική. Ένας καλύτερος χάρτης λύνει μέρος του διοικητικού προβλήματος, αλλά δεν αποφασίζει ποια παραγωγή θέλουμε να υπάρχει πάνω σε αυτόν.
Χρειάζεται να επιλέξουμε ποιες τεχνολογίες θέλουμε να αναπτύξουμε, ποιους κλάδους θεωρούμε στρατηγικούς, ποια παραγωγή αξίζει να κρατήσουμε και πώς θα αυξηθούν οι ελληνικές εξαγωγές. Μεγάλη σημασία έχει επίσης το μέρος της αξίας κάθε επένδυσης που τελικά παραμένει στην ελληνική οικονομία. Η εγκατάσταση επιχειρήσεων στη χώρα είναι ασφαλώς θετική. Η παραγωγή ελληνικής προστιθέμενης αξίας καθορίζει όμως πολύ περισσότερο το αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Διαφορετικά, μπορεί κάποτε να διαθέτουμε εξαιρετικούς χώρους για βιομηχανική δραστηριότητα και πολύ λιγότερη βιομηχανία από όση χρειαζόμαστε.
Στο τέλος μιας ακόμη κυβερνητικής ανασκόπησης, ο κατάλογος όσων ανακοινώθηκαν, δημοπρατήθηκαν, ξεκίνησαν ή παραδόθηκαν προσφέρει μόνο ένα μέρος της εικόνας. Η ουσιαστική αποτίμηση βρίσκεται σε όσα άλλαξαν και κατάφεραν να μείνουν. Η χώρα έχει κάνει βήματα από το 2019 και θα ήταν ανέντιμο να το αρνηθεί κανείς. Σήμερα όμως διαθέτει περισσότερους πόρους, ισχυρότερη ευρωπαϊκή στήριξη και δυνατότητες που δεν υπήρχαν στην ίδια έκταση στο παρελθόν. Αυτό ανεβάζει αναγκαστικά και τον πήχης των απαιτήσεων.
Μια λίστα θετικών δράσεων μπορεί πάντα να συνταχθεί. Πολύ δυσκολότερο είναι να φανεί αν όλες μαζί οδηγούν σε συγκεκριμένη χώρα. Οι ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει να αφήσουν παραγωγική ισχύ, οι μεταρρυθμίσεις να αλλάξουν τη λειτουργία του κράτους και η ανάπτυξη να αποκτήσει μεγαλύτερη ελληνική παραγωγική βάση. Κάπου εκεί βρίσκεται και η καθημερινή δοκιμή των αριθμών, στο αν η βελτίωσή τους περνά τελικά την πόρτα του σπιτιού και γίνεται πραγματική βελτίωση της ζωής.
Από τη δημόσια συζήτηση λείπει κυρίως μια καθαρή περιγραφή της Ελλάδας που θέλουμε να υπάρχει σε δέκα χρόνια και του δρόμου που μπορεί να μας οδηγήσει εκεί. Οι γενικές επικλήσεις στην ανάπτυξη, στην ψηφιοποίηση και στην πράσινη μετάβαση έχουν ειπωθεί αρκετές φορές. Χρειάζονται συγκεκριμένες επιλογές για την παραγωγή, τη βιομηχανία, την τεχνολογία, την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή και τη θέση της χώρας στην Ευρώπη.
Η ποιότητα μιας κυβερνητικής ανασκόπησης θα έχει ελάχιστη σημασία μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία. Εκεί θα φανεί αν υπάρχει πολιτική δύναμη που γνωρίζει πού θέλει να οδηγήσει την Ελλάδα, μπορεί να εξηγήσει με σαφήνεια τον δρόμο και διαθέτει την αποφασιστικότητα να τον ακολουθήσει. Θεσμοί που λειτουργούν, αξιοκρατία, παραγωγή και σχέδιο με διάρκεια μεγαλύτερη από έναν εκλογικό κύκλο είναι τα υλικά που χρειάζονται.
Η χώρα έχει περάσει αρκετά χρόνια διαχειριζόμενη διαδοχικές κρίσεις, χρηματοδοτήσεις και ευκαιρίες. Το επόμενο βήμα απαιτεί κάτι δυσκολότερο από καλή διαχείριση.
Απαιτεί κατεύθυνση.

