Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXVI

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Πριν από όλα, χρειάζεται μια γενική παρατήρηση.

Για μία ακόμη εβδομάδα είδαμε την ίδια πολιτική τελετή. Έργα, αριθμοί, φωτογραφίες, εξαγγελίες, λίστες, διαβεβαιώσεις. Μια κυβέρνηση που παρουσιάζει τον εαυτό της σαν να αρκεί η απαρίθμηση για να παραχθεί πρόοδος. Σαν να μπορεί μια χώρα να γίνει ισχυρότερη επειδή κάποιος στοιβάζει ανακοινώσεις τη μία πάνω στην άλλη.

Μόνο που η πραγματικότητα δεν υπακούει στα δελτία Τύπου.

Η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσες δράσεις χωρούν σε μια εβδομαδιαία ανασκόπηση. Δεν κρίνεται από το πόσο πειθαρχημένα αφηγείται μια κυβέρνηση τον εαυτό της. Κρίνεται από το αν λύνει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Από το αν αφήνει πίσω της θεσμούς πιο ισχυρούς, οικονομία πιο παραγωγική, κοινωνία πιο ασφαλή και κράτος λιγότερο εξαρτημένο από την τύχη, τα κονδύλια και την επικοινωνία.

Εδώ βρίσκεται το κενό.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται καθημερινή διαχείριση με πολιτικό μακιγιάζ. Χρειάζεται διακυβέρνηση που ξέρει πού οδηγεί τη χώρα. Χρειάζεται παραγωγική ισχύ. Εθνική οικονομία που δεν ζει μονίμως με επιδοτήσεις και εξωτερικές εισροές. Θεσμούς που δεν ζητούν εμπιστοσύνη, αλλά την κερδίζουν. Κράτος που δεν εμφανίζεται μετά την κρίση για να δηλώσει παρών, αλλά υπάρχει πριν από την κρίση για να την προλάβει.

Τα έργα έχουν σημασία. Αλλά δεν αποκτούν εθνικό βάρος επειδή μπήκαν σε κυβερνητική λίστα. Αποκτούν αξία όταν εντάσσονται σε σχέδιο. Αλλιώς είναι διαχειριστικά επεισόδια σε μια αφήγηση που δείχνει κίνηση, χωρίς να αποδεικνύει κατεύθυνση.

Με αυτή τη σκέψη αξίζει να δούμε όσα παρουσίασε ο Πρωθυπουργός.

Ξεκίνησε από τις υποδομές, με τον τριπλό κόμβο Σκαραμαγκά. Πρόκειται για χρήσιμο έργο. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα το αρνηθεί. Αλλά ας μην παρουσιάζεται κάθε εκκρεμότητα δεκαετιών, όταν κάποτε προχωρά, σαν πολιτικός θρίαμβος.

Στην Ελλάδα φτάσαμε να παρουσιάζεται η καθυστερημένη εκτέλεση του αυτονόητου ως επιτελικό κατόρθωμα.

Οι πολίτες δεν περιμένουν από μια κυβέρνηση να εγκαινιάζει καθυστερημένα έργα και να ζητά συγχαρητήρια επειδή έκανε αυτό που όφειλε. Περιμένουν να ακούσουν ποιο είναι το σχέδιο για τις μεταφορές, τα logistics, τη βιομηχανική ανάπτυξη της Δυτικής Αττικής και τη στρατηγική αξιοποίηση του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας.

Οι υποδομές δεν είναι φόντο για φωτογραφίες. Είναι εργαλεία ισχύος και ανάπτυξης. Όταν λείπει ο συνολικός σχεδιασμός, ακόμη και ένα σημαντικό έργο καταλήγει να μοιάζει με επιμέρους διευθέτηση κυκλοφορίας που βαφτίστηκε εθνική επιτυχία.

Η ίδια λογική φαίνεται και στον δρόμο Ροβιές, Ήλια, στη βόρεια Εύβοια. Η αποκατάσταση της οδικής σύνδεσης ήταν υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε μια περιοχή που χτυπήθηκε σκληρά από πυρκαγιές και φυσικές καταστροφές.

Δεν είναι γενναιοδωρία να ξαναφτιάχνεις αυτό που η καταστροφή διέλυσε.

Οι κάτοικοι της βόρειας Εύβοιας δεν ζητούν μόνο καλύτερο δρόμο. Ζητούν να αποκτήσει ξανά ο τόπος τους λόγο ύπαρξης για τους νέους ανθρώπους. Ζητούν προοπτική, παραγωγή, εισόδημα. Ζητούν να μην τους θυμάται η Πολιτεία μόνο όταν μπορεί να δείξει ένα έργο.

Τέσσερα χρόνια μετά τις μεγάλες πυρκαγιές, το ερώτημα παραμένει. Πού είναι το ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης; Πού είναι η σύνδεση αγροτικής παραγωγής, δασικής οικονομίας, μεταποίησης, ποιοτικού τουρισμού και φυσικού πλούτου σε ένα ενιαίο σχέδιο;

Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε την ίδια ασφαλή μέθοδο. Ένα έργο. Μια επίσκεψη. Μια δήλωση. Μια φωτογραφία. Μετά η κυβερνητική αριθμητική τα προσθέτει όλα και τα παρουσιάζει ως συνολική επιτυχία.

Η πραγματικότητα όμως δεν αλλάζει επειδή άλλαξε το δελτίο Τύπου. Αλλάζει όταν οι νέοι έχουν λόγο να μείνουν, να δουλέψουν, να επενδύσουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το Κέντρο Υγείας Ιστιαίας. Η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού και η αναβάθμιση των εγκαταστάσεων είναι θετικές εξελίξεις. Κανείς δεν θα ειρωνευτεί μια παρέμβαση που μειώνει την ταλαιπωρία ασθενών.

Θα ειρωνευτεί όμως, και δικαίως, την πολιτική συνήθεια να παρουσιάζεται κάθε αυτονόητη ενίσχυση της δημόσιας υγείας σαν απόδειξη ότι το σύστημα θεραπεύτηκε.

Το ΕΣΥ εξακολουθεί να πιέζεται από ελλείψεις προσωπικού, ιδίως στην περιφέρεια. Νοσοκομεία λειτουργούν με κενές οργανικές θέσεις. Οι λίστες αναμονής παραμένουν πρόβλημα. Πολλοί πολίτες καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα για υπηρεσίες που θα έπρεπε να παρέχονται έγκαιρα από το δημόσιο σύστημα.

Η ουσία δεν βρίσκεται στις φωτογραφίες από ανακαινισμένους χώρους. Βρίσκεται στο αν ένας πολίτης, όπου κι αν ζει και όσα κι αν κερδίζει, μπορεί να βρει γιατρό, εξέταση, θεραπεία και αξιοπρεπή φροντίδα όταν τη χρειαστεί.

Αυτό είναι το μέτρο της κοινωνικής πολιτικής. Όχι η κορδέλα. Όχι η κάμερα. Όχι το στιγμιότυπο.

Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού στη βόρεια Εύβοια συνοδεύτηκε από δηλώσεις για κρατική παρουσία και αποτελεσματικότητα. Οι επισκέψεις όμως δεν αλλάζουν τη μοίρα μιας περιοχής. Τα αποτελέσματα την αλλάζουν.

Οι τοπικές κοινωνίες έχουν ακούσει πολλές φορές ότι η Πολιτεία είναι δίπλα τους. Το θέμα είναι αν η Πολιτεία μένει όταν φεύγουν τα συνεργεία, οι κάμερες και οι συνοδείες.

Η βόρεια Εύβοια, όπως και πολλές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, χρειάζεται σταθερές επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, φορολογικά κίνητρα και πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο. Η μεγαλύτερη απειλή για πολλές περιοχές της χώρας δεν είναι μόνο η φωτιά, η πλημμύρα ή η κατολίσθηση. Είναι η αργή ερήμωση. Το χωριό που γερνά. Η μικρή επιχείρηση που κλείνει. Ο νέος που φεύγει και δεν επιστρέφει.

Αυτό δεν λύνεται με επισκέψεις υψηλής ορατότητας.

Από τις υποδομές και την υγεία, ο Πρωθυπουργός πέρασε στην επαγγελματική ασφάλιση. Παρουσίασε τις νέες ρυθμίσεις ως σημαντική μεταρρύθμιση. Η επαγγελματική ασφάλιση μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματικό εργαλείο.

Αλλά ας μη μπερδεύουμε το συμπλήρωμα με τη λύση.

Το πρόβλημα του εργαζομένου δεν είναι μόνο τι σύνταξη θα πάρει σε τριάντα ή σαράντα χρόνια. Είναι αν μπορεί να ζήσει σήμερα. Αν μπορεί να πληρώσει ενοίκιο. Αν μπορεί να μεγαλώσει παιδιά. Αν μπορεί να αποταμιεύσει. Αν μπορεί να αντέξει έναν λογαριασμό, μια βλάβη, μια ασθένεια, μια αύξηση στο σούπερ μάρκετ.

Σε μια κοινωνία όπου το κόστος ζωής πιέζει, η στέγη γίνεται δυσβάσταχτη και η αγοραστική δύναμη παραμένει χαμηλή, η συζήτηση για επαγγελματική ασφάλιση έχει νόημα μόνο αν προηγηθεί η συζήτηση για μισθούς, παραγωγή και διαθέσιμο εισόδημα.

Χωρίς ισχυρή παραγωγική οικονομία, καλύτερες αποδοχές και ουσιαστική αύξηση εισοδήματος, καμία ασφαλιστική ρύθμιση δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως μεγάλη κοινωνική απάντηση. Είναι εργαλείο. Δεν είναι σωτηρία.

Το ίδιο ισχύει και για τις ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο και τον εξωδικαστικό μηχανισμό. Κάθε διευκόλυνση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι θετική. Αλλά όταν η πολιτική χρειάζεται συνεχώς νέες ρυθμίσεις χρεών, αυτό δεν δείχνει μόνο ευαισθησία.

Δείχνει και αδυναμία.

Δείχνει ότι πολλοί πολίτες δεν μπορούν να πληρώσουν. Δείχνει ότι η πραγματική οικονομία πιέζεται. Δείχνει ότι πίσω από τα αισιόδοξα μεγέθη υπάρχει κόσμος που παλεύει να κρατήσει σπίτι, επιχείρηση και αξιοπρέπεια.

Οι συνεχείς ρυθμίσεις δεν είναι απόδειξη επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής. Είναι απόδειξη ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας χρειάζεται μηχανισμό διάσωσης για να παραμείνει όρθιο.

Η χώρα χρειάζεται λιγότερους πολίτες στις ρυθμίσεις και περισσότερους πολίτες που μπορούν να πληρώνουν χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν την περιουσία τους. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με περισσότερες δόσεις. Επιτυγχάνεται με παραγωγικότητα, επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, καλύτερα εισοδήματα και πολιτική που δημιουργεί πλούτο, όχι πολιτική που διαχειρίζεται μόνιμα την υπερχρέωση.

Τα οικονομικά μεγέθη έχουν σημασία. Αλλά η ζωή δεν κατοικεί στους πίνακες. Κατοικεί στον μισθό, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό, στο ταμείο, στο τέλος του μήνα.

Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να αισθάνεται επιτυχημένος επειδή το λένε οι δείκτες, όταν ο ίδιος μετρά τι του απομένει μετά τις βασικές του υποχρεώσεις.

Η πραγματική επιτυχία φαίνεται αν ο εργαζόμενος νιώθει ότι το εισόδημά του αυξάνεται. Αν ο νέος μπορεί να αποκτήσει σπίτι. Αν ο επαγγελματίας επενδύει χωρίς τον μόνιμο φόβο ότι αύριο θα χρειαστεί νέα ρύθμιση για να μείνει ανοιχτός.

Η οικονομία υπάρχει για να υπηρετεί την κοινωνία. Όχι για να γεμίζει κυβερνητικές ανασκοπήσεις.

Από την οικονομία, ο Πρωθυπουργός πέρασε στο Κράτος Δικαίου. Επικαλέστηκε την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως απόδειξη προόδου και ως απάντηση στην κριτική.

Είναι βολική ανάγνωση. Αλλά όχι πλήρης.

Μια ευρωπαϊκή έκθεση δεν είναι πιστοποιητικό αριστείας. Δεν είναι πολιτικό συγχωροχάρτι. Αναγνωρίζει βήματα, αλλά καταγράφει και εκκρεμότητες. Και στο Κράτος Δικαίου οι εκκρεμότητες δεν είναι λεπτομέρειες για υποσημείωση.

Το Κράτος Δικαίου δεν είναι πίνακας συγκρίσεων. Δεν είναι διαγωνισμός για το ποια χώρα έχει λιγότερες συστάσεις. Είναι η καθημερινή σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και τους θεσμούς.

Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν την ανεξαρτησία των θεσμών, όταν υπάρχουν έντονες δημόσιες συζητήσεις για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όταν διεθνείς οργανισμοί συνεχίζουν να επισημαίνουν ζητήματα ελευθερίας του Τύπου και θεσμικής λογοδοσίας, καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται αυτάρεσκη ανάγνωση.

Η Δημοκρατία δεν χρειάζεται αυτοθαυμασμό. Χρειάζεται αυτοέλεγχο.

Αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν ο Πρωθυπουργός συνδέει την έκθεση με τη συνταγματική αναθεώρηση και με εξαγγελίες για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη διαφάνεια.

Οι θεσμοί δεν δυναμώνουν με πανηγυρικές διατυπώσεις. Δυναμώνουν όταν η εξουσία περιορίζει πρώτα τον εαυτό της. Όταν δεν συγκεντρώνει υπερβολική δύναμη. Όταν σέβεται τις ανεξάρτητες αρχές στην πράξη. Όταν δεν αφήνει ούτε σκιά ότι επιχειρεί να επηρεάσει τη Δικαιοσύνη.

Η χώρα χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Όχι ως επικοινωνιακή βιτρίνα. Ως θεσμική τομή. Χρειάζεται αλλαγές που να αποκαθιστούν εμπιστοσύνη, να ενισχύουν λογοδοσία, να επιταχύνουν τη Δικαιοσύνη και να κάνουν το κράτος πιο αποτελεσματικό.

Αλλά οι θεσμικές αλλαγές απαιτούν αξιοπιστία. Και η αξιοπιστία δεν προκύπτει από εξαγγελίες. Προκύπτει όταν η πράξη δεν διαψεύδει τον λόγο.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο Πρωθυπουργός επικαλέστηκε ορθά το τεκμήριο αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας είναι θεμελιώδης αρχή κάθε ευνομούμενης Πολιτείας. Πρέπει να ισχύει για όλους. Ανεξάρτητα από κόμμα, θέση, αξίωμα ή δημόσια εικόνα.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση.

Όπως δεν επιτρέπεται πρόωρη καταδίκη πολιτικών προσώπων, έτσι δεν επιτρέπεται και πρόωρη πανηγυρική αθώωση πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση. Η θεσμική σοβαρότητα δεν αλλάζει στάση ανάλογα με το ποιον αφορά η υπόθεση.

Η πλήρης διαλεύκανση κάθε υπόθεσης που αφορά ευρωπαϊκούς και δημόσιους πόρους είναι υποχρέωση απέναντι στους φορολογούμενους. Είναι και υποχρέωση απέναντι στους έντιμους παραγωγούς, που για χρόνια είδαν παθογένειες να στρεβλώνουν το σύστημα αγροτικών ενισχύσεων.

Το ζήτημα δεν είναι να κερδίσει κάποιος μια κομματική αντιπαράθεση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Το ζήτημα είναι να υπάρξει ένα απολύτως διαφανές και αξιόπιστο σύστημα, ώστε τέτοια φαινόμενα να μη βρίσκουν χώρο. Γιατί όταν το κράτος μοιράζει δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα, δεν αρκεί να υπόσχεται έλεγχο μετά. Οφείλει να έχει μηχανισμούς που δεν αφήνουν τις στρεβλώσεις να γίνουν καθεστώς.

Η αποκάλυψη του μεγάλου κυκλώματος απάτης στον ΦΠΑ αποτελεί σημαντική επιτυχία των διωκτικών αρχών. Οι αστυνομικοί, οι οικονομικοί ελεγκτές και όσοι εργάστηκαν σε αυτή τη σύνθετη υπόθεση αξίζουν συγχαρητήρια. Η υπόθεση δείχνει ότι το ελληνικό κράτος διαθέτει στελέχη με τεχνογνωσία και επιχειρησιακή ικανότητα.

Αλλά ας μη κάνουμε ότι δεν βλέπουμε και το άλλο μισό της εικόνας.

Για να εξαρθρωθεί ένα κύκλωμα που φέρεται να ζημίωσε το Δημόσιο και τους Ευρωπαίους φορολογούμενους με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σημαίνει ότι τέτοιοι μηχανισμοί είχαν χώρο να δράσουν. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προειδοποίηση.

Δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε όταν ένα κύκλωμα συλλαμβάνεται. Το σοβαρό κράτος δεν περιμένει να μεγαλώσει η ζημιά για να αποδείξει ότι μπορεί να επέμβει. Ενισχύει την πρόληψη. Κάνει διασταυρώσεις. Χρησιμοποιεί ψηφιακούς ελέγχους. Κλείνει τα κενά πριν τα εκμεταλλευτούν οι επιτήδειοι.

Το κράτος δεν πρέπει μόνο να εξαρθρώνει. Πρέπει να προλαβαίνει.

Από τη διαφάνεια, η ανασκόπηση πέρασε στο περιβάλλον και στα θαλάσσια πάρκα στο Νότιο Αιγαίο και στο Ιόνιο. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι αυτονόητη υποχρέωση. Η Ελλάδα έχει μοναδικό θαλάσσιο πλούτο και οφείλει να τον διαφυλάξει.

Αλλά ας είμαστε σοβαροί. Στην ελληνική πραγματικότητα, τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι μόνο περιβαλλοντικές.

Το Αιγαίο δεν είναι απλώς οικοσύστημα. Είναι χώρος κυριαρχικών δικαιωμάτων. Είναι πεδίο εθνικής στρατηγικής. Είναι γεωγραφία που παράγει πολιτική.

Κάθε πρωτοβουλία που αφορά τη διαχείριση του θαλάσσιου χώρου πρέπει να υπηρετεί ταυτόχρονα την προστασία του περιβάλλοντος και την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων. Όχι το ένα σε βάρος του άλλου. Και κυρίως όχι με αφέλεια απέναντι σε μια περιοχή όπου κάθε κίνηση διαβάζεται γεωπολιτικά.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, όποιος διαχειρίζεται χώρο, ασκεί πολιτική. Και όποιος ασκεί πολιτική χωρίς στρατηγική, αφήνει χώρο στους άλλους.

Η ίδια ανάγκη για σχέδιο ισχύει και στο νερό. Η κυβέρνηση σωστά επισημαίνει ότι η σημερινή εικόνα, με εκατοντάδες διαφορετικούς φορείς ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης, δημιουργεί προβλήματα συντονισμού. Η λειψυδρία, η κλιματική αλλαγή και η πίεση στους υδάτινους πόρους απαιτούν εθνική πολιτική.

Εδώ όμως χρειάζεται απόλυτη προσοχή.

Το νερό δεν είναι ένας ακόμη λογαριασμός. Δεν είναι απλή διοικητική αρμοδιότητα. Δεν είναι πεδίο για τεχνοκρατικούς πειραματισμούς χωρίς κοινωνική εγγύηση. Είναι δημόσιο αγαθό. Είναι στοιχείο εθνικής ασφάλειας. Είναι όρος κοινωνικής συνοχής.

Καμία μεταρρύθμιση δεν πρέπει να περιοριστεί σε αναδιάταξη φορέων. Χρειάζεται εθνικό σχέδιο για τις απώλειες στα δίκτυα, τις υποδομές, την προστασία των υδάτινων πόρων και την πρόσβαση κάθε πολίτη σε ποιοτικό και ασφαλές νερό.

Η χώρα δεν μπορεί να περιμένει την κρίση για να θυμηθεί ότι διψά. Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μελλοντικό δελτίο κινδύνου. Είναι ήδη εδώ. Γεωργία, κτηνοτροφία, τουρισμός και ποιότητα ζωής εξαρτώνται από σοβαρή πολιτική υδάτων. Αυτό απαιτεί διορατικότητα. Όχι άλλη μία διαχείριση της επικαιρότητας.

Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται και η αποκατάσταση του δάσους της Δαδιάς, τρία χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά. Τα αντιδιαβρωτικά έργα, οι αναδασώσεις και οι παρεμβάσεις αποκατάστασης είναι αναγκαία. Χρειάζονται στήριξη.

Αλλά η μεγάλη πρόκληση δεν είναι να εμφανίζεται το κράτος μετά την καταστροφή με σχέδιο επούλωσης. Είναι να υπάρχει πριν από την καταστροφή με σχέδιο πρόληψης.

Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη συγκίνησης μετά τις φωτιές. Πάσχει από έλλειψη οργάνωσης πριν από αυτές.

Τα δάση δεν είναι εκτάσεις που θυμόμαστε όταν καίγονται. Είναι ζωντανά οικοσυστήματα. Χρειάζονται διαρκή φροντίδα, επιστημονική διαχείριση και ενεργή κρατική παρουσία. Η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αποκατάσταση. Και κυρίως, σώζει ζωές και περιουσίες.

Από το περιβάλλον, η ανασκόπηση πέρασε στην εκπαίδευση και στις πανεπιστημιακές υποδομές. Η αξιοποίηση της δωρεάς των 160 εκατομμυρίων ευρώ για την αναγέννηση ιστορικών πανεπιστημιακών κτιρίων είναι θετική πρωτοβουλία. Τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν σοβαρό ανθρώπινο δυναμικό και επιστημονική παράδοση. Για χρόνια όμως αντιμετώπισαν προβλήματα υποδομών, χρηματοδότησης και διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Αλλά ας μην παρουσιάζουμε την ανακαίνιση ως πανεπιστημιακή αναγέννηση.

Τα κτίρια έχουν σημασία. Το πανεπιστήμιο όμως είναι πρώτα οι άνθρωποί του. Οι φοιτητές. Οι καθηγητές. Οι ερευνητές. Η γνώση που παράγεται. Η σχέση με την οικονομία. Η δυνατότητα της χώρας να κρατήσει το επιστημονικό της δυναμικό.

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνικό σχέδιο για την Παιδεία. Σχέδιο που να συνδέει την έρευνα με την παραγωγή, να περιορίζει τη φυγή νέων επιστημόνων και να δημιουργεί πανεπιστήμια με διεθνή αξία.

Δεν γίνεται να εκπαιδεύουμε άξιους νέους ανθρώπους και μετά να τους εξάγουμε σαν ανθρώπινο κεφάλαιο προς όφελος άλλων οικονομιών. Η γνώση πρέπει να γίνεται παραγωγική δύναμη εδώ. Στην Ελλάδα. Σε ελληνικές επιχειρήσεις, τεχνολογία, έρευνα και εθνική οικονομία.

Η ηλεκτρονική διενέργεια εξετάσεων μέσω tablets στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είναι ένα θετικό παράδειγμα χρήσης της τεχνολογίας. Μπορεί να μειώσει γραφειοκρατία. Μπορεί να βελτιώσει διαδικασίες. Μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια.

Αλλά ο γνωστός πειρασμός παραμένει. Να βαφτίζεται κάθε ψηφιακή εφαρμογή μεταρρύθμιση.

Η τεχνολογία είναι μέσο. Δεν είναι πολιτική.

Ένα πανεπιστήμιο δεν κρίνεται από το αν οι εξετάσεις γίνονται σε tablet. Κρίνεται από το αν παράγει γνώση. Από το αν κρατά τους καλύτερους επιστήμονες στη χώρα. Από το αν συνδέεται με την παραγωγή. Από το αν δίνει στην Ελλάδα πραγματικό πλεονέκτημα.

Το ίδιο ισχύει και για τη γενικότερη ψηφιακή ατζέντα. Το Gov.gr και οι ψηφιακές υπηρεσίες έχουν διευκολύνει την καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Η μείωση της γραφειοκρατίας είναι χρήσιμη και πρέπει να συνεχιστεί.

Αλλά η ψηφιακή Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για την αναποτελεσματική Ελλάδα.

Το κράτος έμαθε να βγάζει πιστοποιητικά στο κινητό. Δεν έχει πείσει όμως σε όλα τα μεγάλα. Γιατί ο πολίτης δεν εμπιστεύεται όσο θα έπρεπε τη Δικαιοσύνη. Γιατί το νοσοκομείο ψάχνει προσωπικό. Γιατί το σχολείο συχνά δεν αρκεί. Γιατί η περιφέρεια αδειάζει. Γιατί ο επαγγελματίας χρειάζεται ακόμη αντοχές απέναντι σε ένα κράτος που δεν έπαψε να τον κουράζει.

Ένα κράτος δεν γίνεται σύγχρονο επειδή έχει εφαρμογές. Γίνεται σύγχρονο όταν λύνει προβλήματα. Όταν ο πολίτης δεν χρειάζεται γνωριμίες, υπομονή και τύχη για να κάνει το αυτονόητο.

Η ψηφιακή μεταρρύθμιση πρέπει να υπηρετεί τη μεγάλη μεταρρύθμιση που ακόμη λείπει. Ένα κράτος που λειτουργεί για τον πολίτη. Όχι ένα κράτος που βάζει ψηφιακή βιτρίνα πάνω σε παλιές αδυναμίες.

Η ίδια αρχή ισχύει και για την προσβασιμότητα. Η πλατφόρμα «Εύμαιος» είναι θετική πρωτοβουλία. Η ενημέρωση και ο προγραμματισμός επίσκεψης σε πολιτιστικούς χώρους βοηθούν την ισότιμη συμμετοχή ατόμων με αναπηρία και συμπολιτών μας που αντιμετωπίζουν κινητικά ή άλλα εμπόδια.

Αλλά η κοινωνική ευαισθησία δεν αποδεικνύεται μόνο με πλατφόρμες.

Αποδεικνύεται όταν ο πολίτης με αναπηρία μπορεί να ζει με αυτονομία και αξιοπρέπεια. Όταν μπορεί να κινηθεί στην πόλη του. Να εργαστεί. Να σπουδάσει. Να πάει σε δημόσια υπηρεσία. Να μπει σε έναν πολιτιστικό χώρο χωρίς να αισθάνεται ότι ζητά εξαίρεση από μια χώρα που δεν τον σκέφτηκε εγκαίρως.

Η πραγματική συμπερίληψη δεν είναι λέξη για παρουσιάσεις. Είναι καθημερινή πολιτική. Θέλει πόρους, ελέγχους, επιμονή και αλλαγή νοοτροπίας. Μια σοβαρή χώρα δεν μετρά απλώς πόσους χώρους χαρακτήρισε προσβάσιμους. Φροντίζει να μη νιώθει κανένας πολίτης αποκλεισμένος.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και ο αντισεισμικός έλεγχος των αθλητικών εγκαταστάσεων. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι κυβερνητικό επίτευγμα. Είναι αυτονόητη κρατική υποχρέωση.

Κάθε πρόγραμμα ελέγχων που ενισχύει την ασφάλεια είναι σωστό. Το ερώτημα είναι άλλο. Γιατί χρειάζεται να φτάσουμε σήμερα για να γίνονται μαζικοί έλεγχοι σε χιλιάδες εγκαταστάσεις;

Η πρόληψη δεν μπορεί να εμφανίζεται ως έκτακτη δράση έπειτα από χρόνια αδράνειας. Πρέπει να είναι μόνιμη λειτουργία του κράτους.

Ασφάλεια σε σχολεία, γήπεδα, δημόσιες υποδομές και χώρους συνάθροισης δεν είναι ακόμη μία δράση σε λίστα. Είναι πυρήνας κρατικής σοβαρότητας. Ένα σοβαρό κράτος δεν περιμένει την κρίση για να κινηθεί. Ελέγχει πριν. Προβλέπει πριν. Προστατεύει πριν.

Η αναφορά στα πολιτιστικά έργα της Λέσβου ανοίγει ένα άλλο ζήτημα. Τη σχέση της χώρας με την ιστορική της συνέχεια. Η αποκατάσταση του Κάστρου Μυτιλήνης, του Αγίου Θεράποντα, του Μουσείου Ρητίνης και του Πύργου των Γατελούζων είναι σημαντική παρέμβαση. Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ταυτότητα. Είναι εθνική αυτογνωσία. Είναι κοινωνική συνοχή.

Αλλά και ο πολιτισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ακόμη ένας αριθμός στον κατάλογο των έργων.

Ο πολιτισμός είναι μνήμη. Είναι η γέφυρα ανάμεσα στις γενιές. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία καταλαβαίνει ποια είναι και τι αξίζει να συνεχίσει.

Η Ελλάδα διαθέτει μοναδικό πολιτιστικό κεφάλαιο. Χρειάζεται όμως μακροπρόθεσμη πολιτική. Να προστατεύει την κληρονομιά της. Να στηρίζει τη σύγχρονη δημιουργία. Να μετατρέπει τον πολιτισμό σε δύναμη εξωστρέφειας και εθνικής αυτοπεποίθησης.

Δεν αρκούν οι αποκαταστάσεις μνημείων. Χρειάζεται εθνικό σχέδιο πολιτισμού που να ενώνει το παρελθόν με το μέλλον και να μη μετατρέπει την ιστορία σε τουριστικό σκηνικό.

Η αναφορά στη Μάρω Κοντού ξεπερνά την πολιτική αντιπαράθεση. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άνθρωποι που σημάδεψαν την κοινωνία με το έργο, το ήθος και την παρουσία τους.

Η Μάρω Κοντού ανήκει σε αυτές τις μορφές του ελληνικού πολιτισμού. Η διαδρομή της στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αλλά και η δημόσια προσφορά της, αποτελούν μέρος της συλλογικής μας μνήμης. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωρούν κομματικές γραμμές. Ο σεβασμός στους ανθρώπους που υπηρέτησαν την Ελλάδα μέσα από την τέχνη είναι υποχρέωση όλων.

Φτάνοντας στο τέλος, το συμπέρασμα είναι απλό.

Η χώρα δεν έχει ανάγκη από περισσότερες λίστες έργων. Έχει ανάγκη από άλλη αντίληψη διακυβέρνησης.

Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι να αποδεικνύει κάθε εβδομάδα η κυβέρνηση ότι κάτι έκανε. Είναι να αποδείξει ότι ξέρει πού πηγαίνει τη χώρα.

Θέλουμε μια Ελλάδα που ακολουθεί τις εξελίξεις ή μια Ελλάδα που τις διαμορφώνει;

Θέλουμε μια Ελλάδα που μετρά επιτυχίες σε δείκτες ή μια Ελλάδα που δίνει πραγματικές ευκαιρίες στους πολίτες της;

Θέλουμε μια Ελλάδα που απαντά σε κάθε κρίση με ξεχωριστή ανακοίνωση ή μια Ελλάδα που έχει σχέδιο πριν έρθει η κρίση;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη διαχείριση εικόνας.

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική. Παραγωγική ανασυγκρότηση. Ισχυρή βιομηχανία. Σύγχρονη αγροτική παραγωγή. Ενεργειακή ασφάλεια. Δημογραφική πολιτική. Ισχυρή άμυνα. Θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Κράτος που δεν μετρά πόσες υπηρεσίες ψηφιοποίησε, αλλά πόσα προβλήματα έλυσε.

Αυτή είναι η ουσία μιας πατριωτικής και μεταρρυθμιστικής πολιτικής αντίληψης.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται χωρίς πυξίδα. Δεν μπορεί να ζει στη διαχείριση της συγκυρίας. Δεν μπορεί να μετατρέπει κάθε αυτονόητη κρατική υποχρέωση σε κυβερνητικό κατόρθωμα.

Οφείλει να κοιτάξει μπροστά με σχέδιο, σοβαρότητα και εθνική αυτοπεποίθηση.

Γιατί πολιτική δεν είναι η τέχνη να παρουσιάζεις καλύτερα το παρόν.

Είναι η ευθύνη να διαμορφώνεις το μέλλον.

Και αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο σήμερα.

Μια Ελλάδα που δεν θα αρκείται στο να λειτουργεί κάπως.

Μια Ελλάδα που θα μπορεί ξανά να πρωταγωνιστεί.

Με θεσμούς που αντέχουν.

Με οικονομία που παράγει.

Με κοινωνία που αισθάνεται ασφαλής.

Με εθνική αυτοπεποίθηση που δεν θα στηρίζεται στην εικόνα, αλλά στην πραγματική ισχύ.

Μια Ελλάδα που θα κοιτάζει το μέλλον χωρίς φόβο, γιατί θα γνωρίζει ότι έχει σχέδιο, αξίες και προορισμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.