Τι χρειάζεται η Ελλάδα, “σωτήρες” ή φίλους;

Γράφει ο Γιώργος Παντάκης

Πώς γίνεται ένας λαός με τόσο βαθιά ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά, όπως οι Έλληνες, να αναζητά “σωτήρες” σε δυνάμεις όπως η Ρωσία ή σε πρόσωπα όπως ο Τραμπ ;

Είναι πραγματικά άξιο απορίας γιατί ένας Έλληνας πολίτης να θεωρεί ότι η λύση στα προβλήματα της Ελλάδας βρίσκεται είτε στη Ρωσία είτε σε πολιτικούς τύπου Τραμπ. Η ιστορία, η γεωπολιτική πραγματικότητα και η κοινή λογική δείχνουν πως τέτοιες προσδοκίες δεν έχουν πραγματική βάση.

Ας ξεκινήσουμε από τη Ρωσία.
Στη συλλογική φαντασία ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας υπάρχει η ιδέα της «ορθόδοξης αδελφότητας». Με βάση αυτή τη λογική, κάποιοι πιστεύουν ότι η Ρωσία αποτελεί έναν φυσικό σύμμαχο της Ελλάδας, έναν πιθανό προστάτη που θα σταθεί δίπλα της σε δύσκολες στιγμές. Όμως η ιστορία δεν επιβεβαιώνει τέτοιες ρομαντικές αφηγήσεις. Αντιθέτως θα έλεγα.

Η ρωσική πολιτική διαχρονικά, κινείται, λογικο, με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα. Δεν είναι φιλανθρωπικός οργανισμός, ούτε υπερασπιστής της Ελλάδας. Οι χώρες δρουν με βάση την ισχύ, την επιρροή και τα στρατηγικά τους σχέδια. Όποιος πιστεύει ότι μια μεγάλη δύναμη θα πολεμήσει για να χαρίσει την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα, απλώς αγνοεί τη γεωπολιτική πραγματικότητα ή είναι ιδιαίτερα αφελείς για να μη πούμε κάτι χειρότερο.

Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες ιδέες επιμένουν. Συχνά καλλιεργούνται σε κύκλους έντονα θρησκευόμενων ανθρώπων, οι οποίοι επηρεάζονται από αφηγήσεις περί «ξανθού γένους» και «ορθόδοξης σωτηρίας».
Σε αυτούς τους κύκλους διατηρείται η πεποίθηση ότι οι Ρώσοι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν για να απελευθερώσουν την Κωνσταντινούπολη και να την παραδώσουν στην Ελλάδα.

Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ρωσία, εδώ και αιώνες, έχει τα δικά της σχέδια για την επιρροή της στον ορθόδοξο κόσμο και για το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό παράδειγμα που να δείχνει ότι θα πολεμούσε για να χαρίσει ένα τέτοιο σύμβολο ισχύος σε άλλη χώρα. Αντιθέτως το θέλει δικό της.

Ταυτόχρονα, η ρωσική πολιτική επιρροή συχνά λειτουργεί ύπουλα. Χρησιμοποιεί τη δημοκρατία των δυτικών χωρών για να επηρεάζει την κοινή γνώμη, να ενισχύει ακραίες φωνές και να καλλιεργεί διχασμό. Η στρατηγική αυτή δεν είναι καινούργια. Θυμίζει σε πολλούς την παλιά σοβιετική πρακτική επιρροής και προπαγάνδας, μόνο που σήμερα εφαρμόζεται με πιο σύγχρονα μέσα. Κάτω από τη βιτρίνα της «παράδοσης» ή της «ορθοδοξίας», πολλοί βλέπουν την προσπάθεια επαναφοράς μιας μορφής γεωπολιτικής επιρροής που θυμίζει την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ).

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και το φαινόμενο Τραμπ. Πολλοί στην Ελλάδα θεωρούν ότι επειδή είναι δεξιοί ή συντηρητικοί, έχουν κοινά με τέτοιους ηγέτες. Η σκέψη είναι απλή: «εμείς δεξιοί, αυτός συντηρητικός, άρα είμαστε ίδιοι, άρα είναι με το μέρος μας».

Αυτό όμως είναι μια υπεραπλούστευση της πολιτικής πραγματικότητας. Οι ηγέτες μεγάλων χωρών δεν λειτουργούν με βάση ιδεολογικές συγγένειες με μικρότερα κράτη, αλλά με βάση τα συμφέροντα της δικής τους χώρας. Ειδικότερα ο Τραμπ, που είναι δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας και αντιμετωπίζει την πολιτική σαν επιχείρηση ή ακόμα καλύτερα αντιλαμβάνεται την πολιτική ως επιχειρηματική δραστηριότητα.

Αν μια πολιτική επιλογή ανεβάζει τις τιμές της ενέργειας ή των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο, ο μέσος Έλληνας πολίτης θα το πληρώσει πολύ ακριβά.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αγνοήσει κανείς και τις αιτίες που γεννούν τέτοιες πολιτικές αντιδράσεις.
Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικές ή σοσιαλδημοκρατικές προχώρησαν σε επιλογές που για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρήθηκαν υπερβολικές ή αποκομμένες ακομα και επικίνδυνες για την καθημερινότητα και το μέλλον των πολιτών.
Ζητήματα όπως η “Woke agenda” ή η μεταναστευτική πολιτική, οι διάφορες κοινωνικές πολιτικές ή η πολιτισμική αλλαγή δημιούργησαν έντονες αντιδράσεις.

Η φύση, και κατ’ επέκταση η κοινωνία και η πολιτική ιστορία, φαίνεται να υπακούουν σε έναν θεμελιώδη κανόνα: ότι κάθε δράση γεννά αντίδραση.
Όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση προς μια κατεύθυνση, τόσο ισχυρότερη γίνεται συχνά η αντίθετη δύναμη. Έτσι, σε πολλές χώρες εμφανίστηκαν ηγέτες που εκφράζουν αυτή την αντίδραση – από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ευρώπη.

Το βασικό ερώτημα όμως παραμένει: γιατί ένας Έλληνας να περιμένει λύσεις από ξένους «σωτήρες»;
Η Ελλάδα έχει περάσει πολλούς αιώνες ελπίζοντας σε μεγάλες δυνάμεις που θα τη βοηθήσουν. Και αυτο ποτε δεν έγινε.
Στην πραγματικότητα, καμία χώρα δεν σώθηκε επειδή περίμενε κάποιον άλλον να λύσει τα προβλήματά της. Ποτέ.

Η πραγματική δύναμη μιας χώρας βρίσκεται στους θεσμούς της, στην οικονομία της, στην παιδεία της, στη σοβαρή πολιτική σκέψη και φυσικα στον πατριωτισμό των πολιτών της. Όχι στις φαντασιώσεις γεωπολιτικών θαυμάτων ούτε στις προσδοκίες ότι κάποιος ισχυρός ηγέτης από το εξωτερικό θα εμφανιστεί για να τη σώσει. Μπορεί όμως να την βοηθήσει, εάν εχει κάποιο δυνατό όφελος ή συμφέρον.

Η ιστορία μας υπενθυμίζει μια σκληρή πραγματικότητα: κάθε κράτος προτάσσει το δικό του συμφέρον.
Το ίδιο οφείλει να κάνει και η Ελλάδα και να κινείται ανάλογα.
Χρειαζόμαστε φίλους και ισχυρές συμμαχίες, αλλά όχι την ψευδαίσθηση σωτήρων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.