Νομιμοποιώντας την εθνική αιμορραγία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πρόσφατη υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την επιστολική ψήφο των αποδήμων από την ελληνική Βουλή παρουσιάστηκε με επικοινωνιακή ένταση ως μια κορυφαία δημοκρατική τομή, όμως στην πραγματικότητα αποτελεί το προπέτασμα καπνού μιας βαθιάς πολιτικής ανεπάρκειας. Ενώ το πολιτικό σύστημα πανηγυρίζει για την τεχνική διευκόλυνση της εκλογικής διαδικασίας, αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει την ίδια την ουσία του προβλήματος, δηλαδή την αιτία που κατέστησε μια τέτοια διάταξη αναγκαία. Η ανάγκη για επιστολική ψήφο δεν γεννήθηκε σε κενό αέρος, αλλά αποτελεί το άμεσο σύμπτωμα της μαζικής φυγής χιλιάδων Ελλήνων στο εξωτερικό, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους όχι από επιλογή, αλλά για λόγους καθαρής επιβίωσης και αναζήτησης εργασίας.
Αυτή η αιμορραγία του εθνικού σώματος έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις που υποσκάπτουν τα θεμέλια του κράτους, τροφοδοτώντας την υπογεννητικότητα και καθιστώντας το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας ασφυκτικά μη βιώσιμο. Αντί το πολιτικό προσωπικό να εστιάζει στις πολιτικές εκείνες που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τον επαναπατρισμό των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που εγκατέλειψαν τη χώρα, επιλέγει να «νομιμοποιήσει» την απουσία τους προσφέροντας τους έναν φάκελο ψηφοδελτίου στο εξωτερικό. Είναι μια παραδοχή ήττας ντυμένη με τον μανδύα της δημοκρατικής ευαισθησίας, καθώς για τον Έλληνα που πονά την πατρίδα του η συμμετοχή στα κοινά ήταν πάντα αυτονόητη και έβρισκε τρόπο να την εκφράζει. Άρα, το πραγματικό ζητούμενο, παραμένει η παροχή κινήτρων και συνθηκών που θα του επέτρεπαν να αποφασίζει για το μέλλον του ζώντας μέσα στη χώρα και όχι ως παρατηρητής από μακριά.
Η ανεπάρκεια της κυβέρνησης και της παρούσας σύνθεσης της Βουλής να διαχειριστεί την ελληνική πραγματικότητα αντανακλάται ανάγλυφα στα στατιστικά στοιχεία, τα οποία διαψεύδουν το αφήγημα της πλήρους ανάκαμψης. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η εξωτερική μετανάστευση, μέρος της οποίας είναι και το πολύπαθο brain drain, παραμένει σε ανησυχητικά επίπεδα, αφού μόνο το 2023 ανήλθε σε 76.158 άτομα. Αν και οι αριθμοί εμφανίζονται ελαφρώς μειωμένοι σε σύγκριση με την εφιαλτική περίοδο των μνημονίων (2012-2018), όπου οι εκροές ξεπερνούσαν τις 100.000 ετησίως, η σταθερότητα της τάσης δείχνει πως η Ελλάδα εξακολουθεί να εξάγει το πιο παραγωγικό της δυναμικό.
Ακόμη και αν υιοθετήσουμε τους επίσημους ισχυρισμούς περί επιστροφής 420.000 ατόμων, το γεγονός ότι το 2024 περίπου 369.300 Έλληνες παραγωγικής ηλικίας (20-64 ετών) εξακολουθούσαν να διαμένουν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ο αριθμός αυτός δεν συμπεριλαμβάνει εκείνους που έχουν φύγει και ζουν και εργάζονται σε χώρες εκτός ΕΕ -, αποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι δομικό και δεν λύνεται με ευχολόγια. Αν η κυβέρνηση είχε καταφέρει να αντιστρέψει πραγματικά το brain drain, η ανάγκη για μια τέτοια μαζική ρύθμιση επιστολικής ψήφου θα είχε ατονήσει από μόνη της, όμως η πραγματικότητα δείχνει πως η πολιτική ηγεσία προτιμά να διαχειρίζεται τη διασπορά παρά να θεραπεύει τα αίτια που τη δημιουργούν.
Η σημερινή σύνθεση της Βουλής έδειξε για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια της να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος. Περιορίστηκε στην εικόνα και στους αριθμούς των 200+ ψήφων, αγνοώντας ότι η πραγματική επιτυχία μιας κυβέρνησης δεν μετριέται με τις επιστολές που φτάνουν στις κάλπες, αλλά με τα σπίτια που ανοίγουν ξανά στην ελληνική επαρχία και στις πόλεις. Η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό φαίνεται να βολεύονται με τη διαχείριση της απόστασης, αντί να επενδύουν σε πολιτικές που θα καθιστούσαν την επιστολική ψήφο δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στη δυναμική ενός μαζικού επαναπατρισμού.
Τελικά, η επιμονή σε ρυθμίσεις εντυπωσιασμού χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα και στο μέλλον της χώρας, επιβεβαιώνει πως η πολιτική ηγεσία παραμένει σε λάθος κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι ένα ημιτελές νομοθέτημα που, ενώ διευκολύνει την ψήφο, αποτυγχάνει να δώσει ουσιαστικό πολιτικό ρόλο και εκπροσώπηση στους απόδημους. Η ουσία της πολιτικής δεν βρίσκεται στην τεχνική διευκόλυνση της απομάκρυνσης, αλλά στην εφαρμογή εκείνων των τομών που θα καταστήσουν την επιστολική ψήφο αχρείαστη για την πλειοψηφία, φέρνοντας πίσω το ανθρώπινο δυναμικό. Όσο η αιτία της μετανάστευσης παραμένει στο απυρόβλητο, η επιστολική ψήφος θα είναι απλώς ένα «παυσίπονο» σε έναν οργανισμό που χρειάζεται επειγόντως χειρουργείο.

