Αποτίμηση για το Δημοψήφισμα δυο χρόνια μετά

Γράφει ο Γιάννης Πήλιουρας, Διεθνολόγος

Ιούλιος 2015. Έχουν περάσει δυο χρόνια από εκείνο τον εφιαλτικό για τη χώρα μας μήνα, όταν όλα τα δεδομένα σχετικά με τη συνέχιση της χρηματοδότησης της Ελλάδας από τους εταίρους της ήταν στον αέρα. Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν συγκεκριμένη και ήταν αυτή που μας οδήγησε στο Δημοψήφισμα. Εκεί η πολωμένη κοινωνία μετρήθηκε, επικράτησε το ΟΧΙ με διαφορά και παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα, έδωσε τεράστιο πλεονέκτημα και νομιμοποίηση κινήσεων στην Κυβέρνηση. Γιατί όμως πρέπει να μας απασχολεί σήμερα;

Μα φυσικά γιατί πρώτον για πρώτη ίσως φορά η ανάλυση της κατάστασης τότε έπεσε σε μεγάλο βαθμό έξω, τόσο από τους επιστήμονες όσο και από τους πολιτικούς που στήριξαν το ΝΑΙ. Δευτερευόντως όμως, οφείλουν όλοι να γνωρίζουν πως σκέφτονται οι πολίτες γιατί αργά ή γρήγορα θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογικές διαδικασίες.

Η λάθος εκτίμηση της κατάστασης

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η Κεντροδεξιά την περίοδο εκείνη με προεξάρχουσα τη Νέα Δημοκρατία βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπήρχαν δυο επιλογές για το Δημοψήφισμα: είτε να απέχει, μια κίνηση με μεγάλο ρίσκο καθώς τυχόν μεγάλη συμμετοχή του κόσμου υπέρ του ΟΧΙ θα έθετε σε κίνδυνο την παρουσία της χώρας στην Ε.Ε., είτε να μπει στη διαδικασία να υποστηρίξει το ΝΑΙ δεχόμενη όλη την κριτική για τα Μνημόνια.

Εκ των υστέρων βρέθηκαν ορισμένοι και χαρακτήρισαν λάθος κίνηση την συμμετοχή στο δημοψήφισμα της Αντιπολίτευσης. Βέβαια, κανείς απ’ αυτούς δεν είχε την ευθύνη εκείνη την εποχή για μια ιστορική απόφαση που θα ακολουθούσε για πάντα τους πρωταγωνιστές. Επιπλέον, τα δεδομένα έτσι όπως μεταφράζονταν από τους αναλυτές και τους πολιτικούς, δημιουργούσαν την αίσθηση ότι οι Έλληνες με κλειστές τις τράπεζες και με τεράστιο κίνδυνο για έξοδο της χώρας από το Ευρώ, θα απαντούσαν αρνητικά στο ερώτημα του Δημοψηφίσματος. Οι δημοσκοπήσεις παρουσίαζαν το αποτέλεσμα να είναι οριακό υπέρ του ΝΑΙ ενώ τα πρακτορεία στοιχημάτων έτειναν προς το ΝΑΙ.

Το αποτέλεσμα, έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε, κρίθηκε ως μια μεγαλειώδης νίκη της στρατηγικής του κου Τσίπρα. Μια νίκη η οποία του εξασφάλισε λίγο καιρό αργότερα και την επικράτηση του στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, μετά από μια θυελλώδη διαδικασία επαναχάραξης της πορείας του από το Αντι-μνημόνιο στο Μνημόνιο. Σειρά αναλύσεων και άρθρων απ’ την πλευρά της Αριστεράς και των δυνάμεων που στήριξαν το ΟΧΙ εμβάθυναν σε όλες τις αιτίες του αποτελέσματος δημιουργώντας το νέο αφήγημα για την κυβέρνηση ακόμα και μετά την αλλαγή πλεύσης της.

Τι έγινε όμως από την άλλη πλευρά; Πέρα από την ηττοπάθεια και τους διαξιφισμούς που δημιουργήθηκαν από την κοινωνική πόλωση, δεν υπήρξαν αξιόπιστα συμπεράσματα για τις λάθος εκτιμήσεις της Αντιπολίτευσης και των υποστηρικτών του ΝΑΙ.

Η ιστορική ήττα του ΝΑΙ

Το πλαίσιο στο οποίο συγκροτήθηκε η πολιτική υποστήριξη του ΝΑΙ στο ερώτημα του Δημοψηφίσματος ήταν κατά βάση η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη. Από την άλλη, οι υποστηρικτές του ΟΧΙ διατράνωναν την άρνηση της χώρας στην πρόταση των δανειστών της που την υποχρέωνε σε μια σχέση εξάρτησης. Εκεί στηρίχτηκε και το πανεθνικό αίτημα της “Εθνικής Ανεξαρτησίας”.

Στην ουσία ο ευρωπαϊσμός ως πρόταγμα από μόνος του φάνηκε εκ του αποτελέσματος προβληματικός σε μια χώρα με έντονο εθνικό πρίσμα την ώρα που τα αιτήματα του ΟΧΙ ξεπερνούσαν τα ιδεολογικά στεγανά δημιουργώντας μια κοινωνική πλειοψηφία, σε μια χώρα διχασμένη για τα αίτια και τον τρόπο επίλυσης της κρίσης.

Η συμπαράταξη στο ΝΑΙ πολλών παλαιών πολιτικών που κυβέρνησαν τον τόπο και έχουν άμεσες ευθύνες για την κατάσταση της χώρας, επιβεβαίωναν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το δίπολο παλαιό διεφθαρμένο σύστημα-νέος άφθαρτος Τσίπρας, ένα δίπολο που λίγους μήνες πριν είχε χαρίσει την επικράτηση στο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές.

Την ίδια ώρα οι κοινωνικές συμμαχίες που είχαν αναπτυχθεί το προηγούμενο διάστημα, με τους νέους, τους ανέργους, τους Δ/Υ, τους αγρότες και τους χαμηλόμισθους, εδραίωσαν τη νίκη του ΟΧΙ που ταυτίστηκε με τα αποτελέσματα των μέτρων που υιοθέτησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Εξαιρετικό στοιχείο αποτελεί η πρωτόγνωρη εκστρατεία επηρεασμού της κοινής γνώμης μέσω των νέων μέσων ενημέρωσης σε σχέση με τα παραδοσιακά μέσα. Μια έρευνα σχετικά με την διείσδυση που είχαν τα μηνύματα των δυο εκστρατειών θα είχε αρκετό ενδιαφέρον για την εξαγωγή συμπερασμάτων για το πολιτικό γίγνεσθαι και τα μηνύματα που αυτό εκπέμπει στην κοινωνία.

Το αποτέλεσμα όμως αυτής της ιστορικής ήττας δεν φάνηκε να μετουσιώθηκε σε δίδαγμα για τους χαμένους καθώς πλην του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος είχε την ευθιξία και το πολιτικό σθένος να παραιτηθεί και να δώσει το έναυσμα στην παράταξη του να αλλάξει, ουδείς φάνηκε να συγκινείται από την επιλογή του ελληνικού λαού. Ακόμη και μετά τις νικηφόρες για τον ΣΥΡΙΖΑ εκλογές του Σεπτεμβρίου, στις οποίες ο Αλέξης Τσίπρας μετά από μια μεγαλειώδη κυβίστηση αποδέχτηκε το νέο μνημόνιο, η διαλεκτική και το πολιτικό μήνυμα της Αντιπολίτευσης παρέμεινε αναλλοίωτο.

Η ψευδαίσθηση της ήττας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Στα μέσα του 2017, με τις δημοσκοπήσεις να εμφανίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ κάτω από το ψυχολογικό όριο του 20% και τη Νέα Δημοκρατία να βρίσκεται μόνη πρώτη με πάνω από 10% διαφορά, η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ όποτε κι αν προκύψουν εκλογές είναι προδιαγεγραμμένη.

Σε αντίθεση όμως με τα λεγόμενα της αντιπολίτευσης, ο ελληνικός λαός δεν έχει δείξει καμία διάθεση να αντιδράσει στις παλινωδίες της σημερινής κυβέρνησης. Ένα κλίμα άπνοιας, δυο χρόνια μετά, που σίγουρα δε μεταφράζεται σε ψήφο εμπιστοσύνης στη σημερινή Αντιπολίτευση, θα έπρεπε να απασχολήσει τους εκφραστές του αντιπολιτευτικού λόγου.

Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τη νίκη του στο Δημοψήφισμα του 2015, κεφαλαιοποίησε μια δυναμική λόγου και συμβόλων που αν και ο ίδιος στη συνέχεια πρόδωσε, διατηρεί τα ηνία. Οι διαιρετικές τομές που δημιούργησε και μπορεί μέχρι σήμερα να δημιουργεί παραμένουν ως πολιτικά όπλα στη φαρέτρα του για το νέο γύρο. Άλλωστε έχει αποδείξει η ιστορία της Αριστεράς ότι οι μεγάλες της ήττες ήταν εκείνες που την όπλισαν με μεγαλύτερη πυγμή μέχρι την τελική επικράτηση.

Συμπερασματικά, φαίνεται πως ακόμα και μετά από 2 χρόνια, δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική κριτική ανάλυση του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος από πλευράς της Αντιπολίτευσης. Μια κριτική που θα εδράζεται σε στέρεα επιχειρήματα και όχι σε συναισθηματικές κραυγές και τσιτάτα που αποποιούνται ευθύνες. Είναι το λιγότερο που πρέπει να κάνουν αν δεν θέλουν να ξαναέχουμε εκπλήξεις!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.