Από τον Ρούζβελτ και τους muckrakers στον Νίξον και το Γουότεργκεϊτ μια χαμένη ευκαιρία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Το τηλεοπτικό μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκης τη Μεγάλη Δευτέρα δεν έρχεται σε πολιτικό κενό. Έρχεται υπό τη βαριά σκιά μιας υπόθεσης που δεν αφορά απλώς έναν οργανισμό, αλλά τον ίδιο τον τρόπο άσκησης εξουσίας. Με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η δημόσια συζήτηση αγγίζει ονομαστικά πρόσωπα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει, όπως όλα δείχνουν, να παρουσιάσει μια εικόνα ελέγχου της κατάστασης. Να δώσει εξηγήσεις, να μεταθέσει ευθύνες, να ανακοινώσει διοικητικές παρεμβάσεις. Όμως το ερώτημα δεν είναι τι θα πει. Είναι αν αυτά που θα πει αγγίζουν την ουσία ή αν πρόκειται για ακόμη μία επικοινωνιακή διαχείριση μιας βαθύτερης κρίσης.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Θεόδωρος Ρούζβελτ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σύστημα διαφθοράς, μονοπωλίων και κοινωνικής αδικίας. Δεν το αγνόησε, ούτε επιχείρησε να το ωραιοποιήσει. Αντίθετα, ενθάρρυνε, έστω και με αντιφάσεις, την ανάδειξη του. Οι περίφημοι «muckrakers», δημοσιογράφοι όπως η Ida Tarbell, ο Upton Sinclair και ο Lincoln Steffens, αποκάλυψαν τις σκοτεινές πτυχές της εξουσίας και της οικονομίας. Το έργο τους δεν πολεμήθηκε με φίμωση ή απαξίωση, αλλά αξιοποιήθηκε ως μοχλός μεταρρυθμίσεων.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο σύγκρισης. Γιατί κάθε ηγεσία κρίνεται όχι από το αν υπάρχει διαφθορά, αφού αυτή είναι διαχρονική, αλλά από το πώς αντιδρά όταν αποκαλύπτεται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επτά χρόνια για να διαμορφώσει ένα κράτος διαφάνειας και λογοδοσίας. Είχε την ιστορική ευκαιρία, αν όχι να ταυτιστεί πλήρως, τουλάχιστον να κινηθεί στο πνεύμα του Θεόδωρος Ρούζβελτ, να ενθαρρύνει, δηλαδή, την αποκάλυψη, να συγκρουστεί με τα κατεστημένα, να μετατρέψει την κρίση σε αφετηρία κάθαρσης.
Αντί γι’ αυτό, η διακυβέρνηση του στιγματίστηκε από πρακτικές που παραπέμπουν περισσότερο σε μια άλλη σκοτεινή σελίδα της πολιτικής ιστορίας, εκείνη του Ρίτσαρντ Νίξον και του Σκανδάλου Γουότεργκεϊτ. Οι υποκλοπές, η συστηματική υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αλλά και η δημιουργία ενός πλέγματος κυβερνητικών «κονδυλοφόρων» που λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός υπεράσπισης παρά ως φορείς ελέγχου, συνθέτουν μια εικόνα που απέχει από το πρότυπο της δημοκρατικής αυτοκάθαρσης.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια διοικητική δυσλειτουργία. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως λύση μια απλή μεταφορά αρμοδιοτήτων δείχνει ακριβώς το πρόβλημα, η επιμονή, δηλαδή, να αντιμετωπίζονται πολιτικά ζητήματα ως τεχνικά. Όμως το «άρρωστο κράτος» που σήμερα επικαλείται η κυβέρνηση δεν είναι ένα εξωτερικό φαινόμενο. Είναι το ίδιο κράτος που διαχειρίστηκε, που διαμόρφωσε και, τελικά, που αναπαρήγαγε.
Η ψηφιοποίηση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι. Δεν υποκαθιστά τη βούληση για ρήξη. Δεν θεραπεύει από μόνη της τη διαφθορά. Μπορεί να καταγράψει, αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει, αν το πολιτικό σύστημα δεν το επιδιώξει.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία, αφού τα διδάγματα της ιστορίας υπάρχουν. Οι «muckrakers» απέδειξαν ότι η διαφάνεια δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία, αλλά προϋπόθεση της. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχουν τα διδάγματα. Είναι ποιος θέλει πραγματικά να τα αξιοποιήσει.
Διότι δεν μπορείς να κηρύσσεις πόλεμο στο «βαθύ κράτος» την ίδια στιγμή που αυτό, επί των ημερών σου, εδραιώνεται, μετασχηματίζεται και τελικά σε απορροφά. Η σύγκρουση με τις παθογένειες δεν γίνεται με ανακοινώσεις, αλλά με ρήξεις.
Και κάπου εδώ, το έργο γίνεται γνώριμο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα εμφανιστεί ως τιμητής των ίδιων προβλημάτων που διαχειρίστηκε, ενώ το σύστημα των πρόθυμων υποστηρικτών του, δημοσιογράφοι και μέσα που περισσότερο λιβανίζουν παρά ελέγχουν, θα σπεύσει να παρουσιάσει την ίδια παλιά συνταγή ως «νέα αρχή». Μόνο που αυτή τη φορά, το αφήγημα έχει φθαρεί, γιατί όσο κι αν το παρουσιάζουν ως πρεμιέρα, η κοινωνία γνωρίζει πλέον καλά ότι πρόκειται για επανάληψη.

