Η γεωγραφία του συμβολισμού και το έλλειμμα της εθνικής ουσίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχουν κάποια σημεία στον ελληνικό χάρτη που, όσο κι αν προσπαθήσεις, δεν μπορείς να τα αντιμετωπίσεις απλώς σαν έναν ακόμα σταθμό περιοδείας. Είναι τόποι όπου η πολιτική παρουσία παύει να είναι μια τυπική επίσκεψη και μετατρέπεται, θέλοντας και μη, σε μια πραγματική δοκιμασία αλήθειας. Το Καστελλόριζο ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Είναι ένας τόπος ξεχωριστός, εκεί όπου η ίδια η γεωγραφία γίνεται ζωντανή ιστορία και η καθημερινότητα των ανθρώπων μετατρέπεται, μέρα με τη μέρα, σε μια αθόρυβη αλλά ουσιαστική πράξη εθνικής αντοχής.

Όταν λοιπόν βρίσκεται εκεί μια κυβέρνηση, κάθε λέξη που εκφέρει αποκτά αυτόματα ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από την ίδια τη ρητορική της. Κι όμως, όσο κι αν φορτίζονται συναισθηματικά αυτές οι στιγμές, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο χρειάζεται να κρατάμε καθαρό μυαλό. Οφείλουμε να διαχωρίζουμε τον συμβολισμό από την ουσία, το στιγμιότυπο της στιγμής από τη σκληρή πραγματικότητα και, τελικά, την πρόσκαιρη επίσκεψη από την πραγματική πολιτική.

Γιατί, ας μην γελιόμαστε, τα ακριτικά μας νησιά δεν ζουν ούτε από τις μεγαλόστομες δηλώσεις ούτε από τις επιμελημένες φωτογραφίες που βγαίνουν για να καταναλωθούν από το εγχώριο ακροατήριο. Οι άνθρωποι εκεί ζουν και αναπνέουν μέσα από τον μόνιμο πληθυσμό που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, από τα σχολεία που πρέπει να ανοίγουν και να λειτουργούν κανονικά κάθε πρωί, από τους γιατρούς που δεν γίνεται να αντιμετωπίζονται ως εποχικοί επισκέπτες, από τις συγκοινωνίες που είναι αδιανόητο να εξαρτώνται από τον καιρό και την καλή μας τύχη, από την ενέργεια που οφείλει να είναι προσιτή για κάθε νοικοκυριό, και από τις υποδομές που δεν μπορεί να ανακυκλώνονται αιώνια ως υποσχέσεις. Με λίγα λόγια, ζουν από την ανάγκη και την απαίτηση να νιώθουν ότι το κράτος δεν τους θυμάται ευκαιριακά, μόνο και μόνο όταν ψάχνει μια αφορμή για να επιβεβαιώσει τη δική του εθνική αυτοπεποίθηση.

Γι’ αυτό ακριβώς, το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε δεν είναι πόσο δυνατά μίλησε ο Πρωθυπουργός όταν βρέθηκε στη Ρω ή στη Στρογγύλη, ούτε πόσο συγκινητική ήταν η αναφορά του στην Κυρά της Ρω. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι απομένει πίσω. Αν δηλαδή το Καστελλόριζο παραμένει εξίσου ζωντανό και θωρακισμένο όταν τα φώτα της δημοσιότητας σβήνουν, όταν οι κάμερες μαζεύουν τα καλώδιά τους και επιστρέφουν στην Αθήνα, κι όταν η πολιτική επικοινωνία ολοκληρώνει τον κύκλο της. Εκεί ακριβώς είναι που αποκαλύπτεται η βαθύτερη ουσία μιας εθνικής πολιτικής, όχι, δηλαδή, στο επιτηδευμένο ύφος των δηλώσεων, αλλά στη συνέπεια και στη διάρκεια των πράξεων. Έτσι, η πρόσφατη περιοδεία του Πρωθυπουργού στο σύμπλεγμα της Μεγίστης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ακόμη μία επίδειξη υψηλών τόνων, μια καλοστημένη σκηνοθεσία αποφασιστικότητας που σχεδιάστηκε αποκλειστικά για να καθησυχάσει το εσωτερικό μέτωπο.

Όμως, η ίδια ακριβώς κυβέρνηση, την ίδια ώρα που πουλάει αποφασιστικότητα εντός συνόρων, μόλις περάσει το κατώφλι των Βρυξελλών ή της Ουάσινγκτον, αλλά πολύ περισσότερο όταν κάθεται στο τραπέζι των διμερών συναντήσεων και συζητήσεων με την Τουρκία, αλλάζει εντελώς πρόσωπο. Υιοθετεί αμέσως έναν διαμετρικά αντίθετο λόγο, έναν λόγο χαμηλών τόνων, γεμάτο ασαφείς διατυπώσεις, σιωπές και προσεκτικές ισορροπίες. Και τότε, όλη αυτή η πυγμή των ακριτικών ομιλιών μετατρέπεται αυτομάτως σε μια διπλωματική ευκαμψία, η οποία πολύ συχνά αγγίζει τα επικίνδυνα όρια της υποχώρησης.

Αυτός ο διπλός λόγος, αυτή η συστηματική διγλωσσία ανάμεσα σε αυτά που διακηρύσσονται στο Καστελλόριζο και σε αυτά που τελικά συνομολογούνται ή γίνονται ανεκτά πίσω από τις κλειστές πόρτες του ελληνοτουρκικού διαλόγου, δεν είναι απλώς μια έξυπνη επικοινωνιακή τεχνική. Συνιστά μια βαθιά θεσμική ασυνέπεια που διαβρώνει σταδιακά την ίδια την αξιοπιστία της χώρας.

Και το χειρότερο είναι ότι το τίμημα αυτής της πολιτικής το πληρώνουν πρώτοι από όλους οι ίδιοι οι ακρίτες. Βλέπουν ξανά και ξανά τις ίδιες εξαγγελίες να επαναλαμβάνονται σαν ανακυκλούμενα δελτία τύπου, χωρίς να βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει στην πράξη. Βλέπουν την επίδειξη εθνικής πυγμής να λειτουργεί απλώς ως ένα βολικό εσωτερικό θέαμα, την ώρα που η ουσία των προβλημάτων τους παραμένει απελπιστικά στάσιμη. Βλέπουν, με λίγα λόγια, ότι η πατρίδα τους μιλάει με δύο διαφορετικές γλώσσες, μία για το εσωτερικό, που υπόσχεται απόλυτη αδιαλλαξία, και μία για το εξωτερικό και τις διμερείς επαφές με τη γείτονα, που επιδιώκει μια τεχνητή ηρεμία με κάθε δυνατό κόστος.

Όμως μια σοβαρή εθνική στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται σε δύο γλώσσες. Δεν γίνεται να μετατρέπεται σε θέαμα για το εγχώριο ακροατήριο και σε μια διαπραγμάτευση χωρίς ραχοκοκαλιά στο εξωτερικό. Η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν αποδεικνύεται με βιαστικά ενσταντανέ στα στρατιωτικά φυλάκια, αλλά με τη διαχρονική της αξιοπιστία, με τη σταθερή συνέπεια των λόγων της και με τη διάρκεια των έργων της. Το Καστελλόριζο δεν ζητάει να γίνει το ντεκόρ μιας πολιτικής παράστασης. Ζητάει να γίνει μια πραγματική, ουσιαστική πολιτική προτεραιότητα. Ζητάει, επιτέλους, ένα κράτος που δεν εμφανίζεται εκεί μόνο για να βγάλει λόγο, αλλά για να μείνει δίπλα του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.