Φόρος στον φόρο και λόγια του αέρα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ιστορία ενός τόπου όπου η εικόνα της εξουσίας δεν ραγίζει απλώς και μόνο, αλλά θρυμματίζεται εκ των έσω. Αυτό που παρακολουθούμε σήμερα από την κυβέρνηση υπερβαίνει τα όρια της απλής αμηχανίας ή της επιχειρησιακής αστοχίας. Πρόκειται για την πλήρη αποδιοργάνωση μιας εξουσίας που έχει χάσει τον προσανατολισμό, τα αντανακλαστικά και τη θεσμική της σοβαρότητα. Βλέπουμε στελέχη χωρίς την παραμικρή αίσθηση δημόσιας ευθύνης, υπουργούς που συμπεριφέρονται ως αυτόνομοι σχολιαστές και μια κοινωνία που παρακολουθεί, όχι πια με οργή, αλλά με τη στοιχειακή, επικίνδυνη ψυχραιμία που προαναγγέλλει κάθε πολιτική ανατροπή.

Γιατί πόσο ακόμη θεωρούν ότι ο ελληνικός λαός θα υπομένει τις επικοινωνιακές φαμφάρες; Πόσο θα ανέχεται μια διακυβέρνηση που συμπεριφέρεται σαν να διαθέτει άπειρο πολιτικό χρόνο, τη στιγμή που το πιστωτικό της υπόλοιπο στην κοινωνία έχει μηδενιστεί; Γιατί η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη, όταν η καθημερινότητα γίνεται αβίωτη, όταν η αισχροκέρδεια πνίγει τα νοικοκυριά και η πολιτεία αδρανεί. Και στο σημείο αυτό η λαϊκή ανοχή εξαφανίζεται ακαριαία.

Μέσα σε αυτό το αποσυντεθειμένο σκηνικό, καταγράφεται το αδιανόητο για τα κοινοβουλευτικά χρονικά, κυβερνητικός εκπρόσωπος να τοποθετείται δημόσια για ένα μείζον κοινωνικό, οικονομικό και ασφαλιστικό ζήτημα, διευκρινίζοντας εκ των υστέρων ότι εκφράζει… τον εαυτό του και όχι την κυβέρνηση. Η θεσμική αυτή γελοιότητα δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά το τελικό σύμπτωμα μιας διοίκησης σε πλήρη αποσύνθεση, που αδυνατεί πλέον να διατηρήσει ακόμη και το πρόσχημα της συλλογικής ευθύνης.

Την ίδια ώρα, ο Υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, εμφανίζεται να δηλώνει καθησυχαστικά για τις τιμές στα καύσιμα ότι «έχουμε κρατήσει δημοσιονομικές εφεδρείες για να έχουμε επιλογές όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν». Μια πρόταση κενή περιεχομένου, που βαφτίζει την αδράνεια «στρατηγική» και προσπερνά το ουσιώδες, αφού οι συνθήκες δεν «θα» δυσκολέψουν, είναι ήδη ασταμάτητα αμείλικτες. Το να διακηρύσσεις ότι «η Ελλάδα είναι σε θέση να ανταποκριθεί» την ώρα που ο πολίτης λυγίζει στην αντλία, δεν αποτελεί άσκηση πολιτικής, αλλά επικοινωνιακή ευχή.

Η δε αποστροφή του ότι «τους φόρους είναι καλό να μην τους μειώνεις οριζόντια» απογυμνώνει πλήρως την κυβερνητική φιλοσοφία. Όταν η αγορά ασφυκτιά και το κράτος επιμένει να φορολογεί τον φόρο, η εμμονή σε τεχνοκρατικά προσχήματα συνιστά προκλητική αποκοπή από την πραγματικότητα. Είναι η τακτική μιας πολιτικής ελίτ που θα συνεχίσει να απομυζά την οικονομία ακόμη κι αν καταλήξει να μην παράγεται κανένα απολύτως εισόδημα.

Το ερώτημα επιστρέφει αμείλικτο… πόσο ακόμη; Πόσο θα αντέξει η κοινωνία να χρηματοδοτεί την ανεπάρκεια στελεχών που, πριν καταλάβουν τις υπουργικές καρέκλες, διέπρεπαν κυρίως στην πολιτική αεργία; Όταν ο πολιτικός χρόνος τελειώνει, η εξουσία δεν καταρρέει με θόρυβο, αλλά με τη βαριά, επιβλητική σιωπή των πολιτών. Κι όταν αυτή η σιωπή μετατραπεί σε κάλπη, το μόνο που θα απομείνει στους σημερινούς διαχειριστές είναι η επιστροφή στην πρότερη, γνώριμη αεργία τους.

Γιατί η μεγαλύτερη αυταπάτη όσων καταλαμβάνουν τα υπουργικά γραφεία είναι πως η εξουσία τους ανήκει δικαιωματικά. Ξεχνούν όμως ότι η ανοχή του κόσμου δεν είναι λευκή επιταγή, ούτε η υπομονή ανεξάντλητη πηγή. Όταν οι πολίτες σταματούν να οργίζονται, όταν παύουν να διεκδικούν και απλώς προσπερνούν τις επικοινωνιακές φαμφάρες με ένα πικρό μειδίαμα, τότε η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Κι έτσι, η αποκαθήλωση δεν έρχεται με τυμπανοκρουσίες, αλλά μέσα από την απόλυτη, περιφρονητική απαξίωση της καθημερινότητας. Και τότε, καμία μακιγιαρισμένη εικόνα, κανένα καλοπληρωμένο επικοινωνιακό τρικ και καμία θεωρητική φαμφαρολογία περί «δημοσιονομικών αντοχών» δεν θα μπορεί να τους γλιτώσει από τη σκληρή πραγματικότητα που λέει ότι κρίθηκαν, αποδείχθηκαν επικίνδυνα λίγοι και ήρθε η ώρα να αδειάζουν τη γωνιά. Να πάνε στο σπίτι τους, ελεύθεροι πια και χωρίς το «βάρος» καμίας κυβερνητικής δέσμευσης, για να εκπροσωπήσουν επιτέλους αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα, το απόλυτο τίποτα του εαυτού τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.