Όταν η ημιμάθεια κυβερνά μια χώρα χωρίς Παιδεία

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Θυμάμαι ακόμα, εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και με κορύφωση το ’90, τότε που η ελληνική περιφέρεια και οι πόλεις ζούσαν μια πρωτοφανή κοινωνική αλλαγή. Άνθρωποι που μέχρι χθες πάλευαν για τα προς το ζην απέκτησαν ξαφνικά περιουσίες, διαμερίσματα και ρετιρέ, φέρνοντας μαζί με τα πρώτα ακριβά σαλόνια και τις επιβλητικές, ξυλόγλυπτες βιβλιοθήκες, γεμάτες με πολύτομες εγκυκλοπαίδειες και δερματόδετους τόμους. Όταν ρωτούσες τότε, με τη χαρακτηριστική λαϊκή ειλικρίνεια της εποχής, αν είχαν διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία, η απάντηση ήταν αφοπλιστική και καθαρή, «Εμείς βιβλία δεν διαβάζουμε, για ντεκόρ τα έχουμε». Άνθρωποι δηλαδή που σπαταλούσαν εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές τότε, μόνο και μόνο για να στήσουν μια μόστρα στο σαλόνι τους.

Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν μέσα σε τέτοια σπίτια και μπολιάστηκαν με αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία της βιτρίνας, σήμερα βρίσκονται να κυβερνούν τη χώρα. Κι αν το καλοσκεφτείς, αυτό φάνηκε πεντακάθαρα κατά τη διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά στον ίδιο ακριβώς βαθμό το βιώνουμε καθημερινά και στη σημερινή διακυβέρνηση του Μητσοτάκη. Είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Από τη μία πλευρά, βλέπεις τα στελέχη της αριστεράς να σου κουνάνε το δάχτυλο επικαλούμενοι τον Μαρξ και τον Ένγκελς, έχοντας όμως διαβάσει τις ιδέες τους μόνο από κάτι γρήγορες κομματικές μπροσούρες, ενώ πίσω στα γραφεία τους οι πολύτομες εκδόσεις στέκουν άγγιχτες, σε θέση περιωπής, απλά για να δείχνουν «προοδευτικοί».

Από την άλλη πλευρά, στην κεντροδεξιά, η κατάσταση είναι πιο χαοτική. Εκεί θα βρεις στελέχη που έχουν κι αυτοί στα ράφια τους τον Μαρξ και τον Ένγκελς χωρίς προφανώς να τους έχουν αγγίξει ποτέ, γνωρίζοντας τους μόνο μέσα από τις ίδιες τις μπροσούρες της αριστεράς, γιατί η αριστερή προπαγάνδα ήταν πάντα μπροστά, αφού στόχευε κατευθείαν στους αμόρφωτους και τους ημιμαθείς. Και δίπλα σε αυτά, οι δεξιοί μας τεχνοκράτες στριμώχνουν στη βιβλιοθήκη τους φιλελεύθερους όπως ο Άνταμ Σμιθ, ο Μιλ, ο Τζέφερσον, ο Χάγιεκ, ο Μίζες και ο Φρίντμαν, μαζί με λίγες πινελιές του σοσιαλδημοκράτη Κάουτσκι. Φυσικά, και στις δύο περιπτώσεις, τα άπαντα των αρχαίων φιλοσόφων και ελλήνων λογοτεχνών και ποιητών στέκουν δίπλα εντελώς ανέπαφα, σαν διακοσμητικά τουβλάκια.

Αυτή ακριβώς η εικόνα, μιας βιβλιοθήκης πλούσιας σε όγκο αλλά παντελώς άδειας από ουσία, είναι που περιγράφει τέλεια τη σημερινή πολιτική μας πραγματικότητα, αλλά και το ίδιο το δημόσιο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Για να είμαστε δίκαιοι και ειλικρινείς, το διάβασμα δεν αρέσει σε όλους και αυτό είναι απολύτως σεβαστό, δεν μπορούν ούτε χρειάζεται να γίνουν όλοι βιβλιοφάγοι. Επίσης, η ικανότητα ενός ανθρώπου να πολιτευτεί ή να κυβερνήσει σωστά έναν τόπο δεν κρίνεται αναγκαστικά από το πόσα κιλά βιβλία έχει διαβάσει στη ζωή του. Το τεράστιο πρόβλημα της χώρας, η μεγαλύτερη κατάντια και ο πιο σοβαρός κίνδυνος σε όλη τη διαδρομή της Μεταπολίτευσης, είναι ότι φτάσαμε να προβάλλουμε και να επιβραβεύουμε ως προσόντα διακυβέρνησης μια νοοτροπία και ένα σύστημα εκπαίδευσης που βασίζονται καθαρά στο ντεκόρ, χωρίς κανένα απολύτως περιεχόμενο.

Και το πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η κουλτούρα του ντεκόρ δεν φαίνεται μόνο στις θεωρίες, αλλά δυστυχώς μετριέται πλέον σε ανθρώπινες ζωές. Το είδαμε πεντακάθαρα και στο πρόσφατο τραγικό συμβάν με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Μια υπόθεση που ξεγύμνωσε από τη μία την τεράστια έλλειψη παιδείας στην κοινωνία μας, όπου κάθε λογής κομπογιαννίτες και επιτήδειοι καταφέρνουν να πλουτίζουν στην πλάτη και σε βάρος ανυποψίαστων ή απελπισμένων ανθρώπων, και από την άλλη την εκκωφαντική αδιαφορία της πολιτείας. Ένα κράτος που παρακολουθεί αμέτοχο αυτό το σκηνικό, ανίκανο και αδιάφορο να παρέμβει, να ελέγξει και να προστατεύσει τον πολίτη του.

Εκπαίδευση και Υγεία, οι δύο πιο κρίσιμοι, θεμελιώδεις πυλώνες για να σταθεί όρθια μια σοβαρή πολιτεία και μια υγιής κοινωνία, έχουν καταντήσει κι αυτοί απλά στοιχεία του ντεκόρ. Νοσοκομεία και σχολεία που υπάρχουν στα χαρτιά, μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλλονται μόνο για τις κάμερες, αλλά στην πραγματικότητα είναι άδεια κελύφη, όπως ακριβώς εκείνες οι εγκυκλοπαίδειες στα σαλόνια του ’90.

Αυτές οι σκέψεις μου έρχονται στο μυαλό κάθε πρωί που βγαίνω έξω και, τώρα που ξεκίνησαν τα σχολεία, βλέπω τα νέα παιδιά με τις τσάντες στον ώμο, μέσα σε ένα σύστημα που τα μαθαίνει από νωρίς να κυνηγάνε τους τίτλους και τη βιτρίνα αντί για την ουσιαστική γνώση και την κριτική σκέψη. Και τις ίδιες ακριβώς σκέψεις κάνω κάθε φορά που ανοίγω την τηλεόραση και ακούω τους διάφορους εκπροσώπους και τα στελέχη της κυβέρνησης, ειδικά όλους αυτούς που διαχειρίζονται τα ευαίσθητα θέματα της παιδείας και της υγείας, να μας πλασάρουν με περισσό θράσος το «έργο ντεκόρ» τους, τις «ικανότητες ντεκόρ» που θεωρούν ότι διαθέτουν και αυτήν την περιβόητη, δήθεν «αριστεία ντεκόρ».

Όταν όμως μια χώρα κυβερνιέται από ανθρώπους που έμαθαν από τα γεννοφάσκια τους να επενδύουν στο φαίνεσθαι και να κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους με γεμάτα ράφια και άδεια μυαλά, τότε το κράτος μετατρέπεται σε ένα εύθραυστο σκηνικό θεάτρου που κινδυνεύει να καταρρεύσει στην πρώτη σοβαρή καταιγίδα… και δυστυχώς αυτό ζούμε σήμερα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.