Η συζήτηση για το τέλος ενός φαύλου κύκλου γιατί η δημοκρατία δεν έχει ιδιοκτήτες
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Σήμερα το απόγευμα, πίνοντας καφέ με δύο καλούς φίλους, η κουβέντα πήγε μοιραία στην πολιτική επικαιρότητα και στο αφήγημα που πλασάρει έντονα ο πρωθυπουργός τελευταία, ότι στις επερχόμενες εκλογές η χώρα κινδυνεύει από «μη κυβερνησιμότητα» αν δεν υπάρξει καθαρή λύση.
Όσο το συζητούσαμε, συνειδητοποιούσαμε πόσο παράδοξη είναι αυτή η τοποθέτηση. Βρισκόμαστε σε μια περίεργη πολιτική συγκυρία, όπου η θεσμική βιτρίνα της χώρας απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα. Στα χαρτιά, όλα δείχνουν να λειτουργούν στην εντέλεια, αφού έχουμε μια συμπαγή κυβέρνηση, ένα υπουργικό συμβούλιο, μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μια θεσμική συνέχεια. Στην ουσία όμως, η Ελλάδα θυμίζει σκάφος που κινείται στον αυτόματο πιλότο. Κρατάμε απλώς τα προσχήματα μιας επιφανειακής κανονικότητας, την ώρα που το κράτος αδυνατεί να παράγει ουσιαστική πολιτική.
Μέσα σε αυτή την αντίφαση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελίσσεται στον κεντρικό παράγοντα αποσταθεροποίησης. Όχι επειδή συγκρούεται ανοιχτά με τους θεσμούς, αλλά επειδή τους αδειάζει συστηματικά από το περιεχόμενο τους, μετατρέποντας τους σε ένα απλό διακοσμητικό φόντο για την επικοινωνιακή του αφήγηση.
Παράλληλα, η Νέα Δημοκρατία έχει υποστεί μια βαθιά μετάλλαξη. Από ιστορικός πυλώνας της κεντροδεξιάς, έχει μετατραπεί σε έναν αμιγώς πρωθυπουργοκεντρικό μηχανισμό εξουσίας. Η ιδεολογική της ταυτότητα έχει αποδιοργανωθεί, η κομματική της βάση έχει περιθωριοποιηθεί και η εσωκομματική δημοκρατία αντικαταστάθηκε από ένα κλειστό δίκτυο διορισμένων προσώπων που λογοδοτούν αποκλειστικά στην κορυφή. Αυτή η μεταμόρφωση δεν αφορά μόνο το ίδιο το κόμμα, αλλά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Όταν ο βασικός του άξονας χάνει την εσωτερική του συνοχή, το σύστημα κλονίζεται. Η αποσταθεροποίηση, δηλαδή, δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση, αλλά παράγεται από την ίδια την κορυφή της εξουσίας.
Την ίδια στιγμή, παρατηρούμε την κοινωνία να απομακρύνεται από τα κοινά. Η συσσωρευμένη κόπωση, η απογοήτευση και η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες δημιουργούν ένα περιβάλλον παραίτησης. Αυτή η αποπολιτικοποίηση δεν είναι παρενέργεια, αλλά προϋπόθεση για να συντηρηθεί το μύθευμα της «μοναδικής λύσης». Όσο λιγότερο συμμετέχει ο πολίτης, τόσο πιο εύκολα παρουσιάζεται η σημερινή εξουσία ως αναντικατάστατη. Έτσι, ο πολιτικός διάλογος μετατρέπεται σε μονόλογο και ο μονόλογος σε μια καθεστωτική νοοτροπία.
Έτσι φτάνουμε και στο αφήγημα της «μη κυβερνησιμότητας». «Χωρίς εμάς, η χώρα θα βυθιστεί στο χάος», είναι το μήνυμα. Πρόκειται για την κλασική στρατηγική του φόβου που επιστρατεύουν οι κυβερνήσεις όταν αντιμετωπίζουν φθορά. Το παράδοξο όμως είναι ότι η χώρα ήδη δεν κυβερνάται ουσιαστικά. Οι θεσμοί υπολειτουργούν, οι κρίσεις συσσωρεύονται, οι μεταρρυθμίσεις μένουν στα χαρτιά και η διοίκηση περιορίζεται σε μια απλή, αμήχανη διαχείριση. Η ακυβερνησία δεν είναι ένας μελλοντικός εφιάλτης που πρέπει να αποφύγουμε, αλλά η παρούσα πραγματικότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιδίωξη του Πρωθυπουργού να ξεπεράσει το ιστορικό όριο των οκτώ ετών συνεχόμενης διακυβέρνησης αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Στη σύγχρονη ιστορία μας, κανένας πρωθυπουργός δεν έχει κυβερνήσει πάνω από οκτώ χρόνια χωρίς διακοπή. Η δημοκρατική εναλλαγή και η ανανέωση λειτουργούσαν πάντα ως βαλβίδες αποσυμπίεσης. Η προσπάθεια να σπάσει αυτός ο κύκλος βασίζεται στο επικίνδυνο δόγμα «μετά από εμένα το χάος», μετατρέποντας τη δημοκρατία σε προσωπική εξάρτηση. Όμως, η σταθερότητα δεν μπορεί να είναι ιδιοκτησία κανενός.
Τελικά, καθώς ζητούσαμε τον λογαριασμό, καταλήξαμε και οι τρεις μας στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι κάποιος ξαφνικός αυταρχισμός, αλλά η παρατεταμένη ακινησία. Η χώρα δεν κινδυνεύει από την αλλαγή, αλλά από την παράταση αυτού του φαύλου κύκλου φθοράς. Η κοινωνία δεν είναι απλώς αδιάφορη. Η κοινωνία είναι βαθιά απογοητευμένη, αλλά ταυτόχρονα ψάχνει απεγνωσμένα εκείνο το ένα πρόσωπο, την ιδέα, που θα εμπνεύσει ξανά. Κάποιον που θα σηκώσει τους πολίτες από τους καναπέδες της παραίτησης και θα διαλύσει αυτό το βολικό, περιχαρακωμένο σύστημα.
Εμείς πάντως, εκεί στο τραπέζι, ξέρουμε πολύ καλά ποιος μπορεί να είναι αυτός ο πραγματικός game changer. Θέλω να πιστεύω πως το ξέρετε κι εσείς.

