Αυτοδυναμία και συνεργασίες

Γράφει ο Γιάννης Ευαγγελίδης

Το πιο ενδιαφέρον δημοσκοπικό εύρημα της τελευταίας έρευνας της Pulse για τον ΣΚΑΪ δεν ήταν η πρόθεση ψήφου ούτε η αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, όπου η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένουν απόλυτα κυρίαρχοι. Είναι σαφές ότι, ύστερα από σχεδόν τριάμισι χρόνια θητείας, με μεγάλες κρίσεις, ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων στο πολιτικό σκηνικό. Και αυτό δεν αποτελεί κανενός είδους έκπληξη, αφού η κυβέρνηση, παρά τα προβλήματα και τα λάθη που έγιναν, απέδειξε ότι είναι αποτελεσματική και σε κάθε περίπτωση καταφανώς καλύτερη από την προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος παραμένει ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας, αλλά χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις.

ΤΟ ΝΕΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ που ανέδειξε η δημοσκόπηση είναι ότι οι πολίτες, στην πλειονότητά τους, επιθυμούν μια αυτοδύναμη κυβέρνηση σε σχέση με αυτούς που θέλουν κυβερνήσεις συνεργασίας. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στη χώρα μας δεν έχουμε εμπειρία κυβερνήσεων συνεργασίας παρά μόνο κυβερνήσεις ειδικού σκοπού και περιορισμένης χρονικής διάρκειας για τη διαχείριση συγκεκριμένων καταστάσεων, με εξαίρεση την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, η οποία ήταν μια κανονική κυβέρνηση που αποδείχθηκε αποτελεσματική και δεν έμεινε στην απλή διαχείριση κρίσεων, αλλά άσκησε πολιτικές ουσίας σε όλους τους τομείς, και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., ανεξάρτητα από τη αναποτελεσματικότητά της. Αλλά και σε άλλες χώρες, όπου υπάρχει κουλτούρα συνεργασιών, διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα από τέτοια σχήματα είναι πολλά, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία, όπου βλέπουμε να επικρατούν ακραίες φωνές λαϊκισμού, με χαρακτηριστική την τελευταία περίπτωση Μελόνι, σε βάρος σοβαρών τεχνοκρατών τύπου Ντράγκι.

ΓΙΑ ΠΡΟΦΑΝΕΙΣ ΛΟΓΟΥΣ όμως, που εξυπηρετούν γνωστές κομματικές σκοπιμότητες, στην Ελλάδα επιδιώκεται να περάσει η αντίληψη ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι προτιμότερες από τις αυτοδύναμες, με το επιχείρημα να υπάρχει ευρύτερη συναίνεση και να αποτρέπονται οι αυθαιρεσίες, αλλά στην πραγματικότητα ο στόχος είναι να υπάρχει ακυβερνησία, επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να βρεθούν στην πρώτη θέση των εκλογών, οπότε τότε θα ζητούσαν αυτοδυναμία. Ωστόσο, παρά την προπαγάνδα, που προέρχεται κυρίως από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και συγκεκριμένα μέσα, τα εξαγόμενα των δημοσκοπήσεων, όχι μόνο δεν αποκλείουν την επίτευξη αυτοδυναμίας από τη Νέα Δημοκρατία στις δεύτερες εκλογές που θα γίνουν μετά την πρώτη κάλπη της απλής αναλογικής, αλλά, αντιθέτως, την ενισχύουν. Κι αυτό, γιατί τα ποσοστά που συγκεντρώνει στην εκτίμηση ψήφου η Ν.Δ. δεν απέχουν πάρα πολύ από το απαιτούμενο όριο αυτοδυναμίας και είναι γνωστό ότι η εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων επηρεάζεται από τη δυναμική που εμφανίζει ένα κόμμα στις πρώτες εκλογές.

ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ, εφόσον η Ν.Δ. καταγράψει ένα ποσοστό άνω του 32% ή 34% στην πρώτη κάλπη, που θα συνοδεύεται με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί στη δεύτερη κάλπη και μπορεί να φθάσει στο 37,5% και άνω που υπό προϋποθέσεις αρκεί για την αυτοδυναμία. Και είναι εξάλλου κατανοητό πως άλλο πράγμα είναι να έχεις αυτοδυναμία και να επιδιώξεις την κατά το δυνατό ευρύτερη συναίνεση και άλλο να εξαρτάσαι από άλλους για να μπορέσεις να κυβερνήσεις.

Ελεύθερος Τύπος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.