Υπουργείο Οικογένειας σε λειτουργία YOLO

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να δημιουργήσει το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, η κυβέρνηση το πούλησε ως ιστορική τομή, ως επιτέλους θεσμική απάντηση στο μεγαλύτερο υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας, δηλαδή το δημογραφικό. Η ανάθεση του πρώτου χαρτοφυλακίου στην Σοφία Ζαχαράκη δημιούργησε προσδοκίες ότι επιτέλους θα διαμορφωνόταν ένας σοβαρός εθνικός σχεδιασμός για την οικογένεια, τη στήριξη των νέων, τα οικονομικά κίνητρα για τεκνοποίηση, την κοινωνική συνοχή που διαλύεται. Πολύ γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι το νέο υπουργείο δεν ιδρύθηκε για να επιλύσει προβλήματα, αλλά για να παράξει αφήγημα. Δεν γεννήθηκε για να δώσει μάχη με τη δημογραφική κατάρρευση, αλλά για να υπηρετήσει μια λογική πολιτικής YOLO. Δράσεις και πρωτοβουλίες που γίνονταν για να φανούν τώρα, να ανακοινωθούν τώρα, να αποτυπωθούν σε μια εικόνα τώρα, χωρίς δομή, χωρίς θεσμικό βάθος, χωρίς μακροχρόνιο ορίζοντα.

Η Σοφία Ζαχαράκη, ως πρώτη υπουργός, κινήθηκε στη γραμμή που ήθελε το Μέγαρο Μαξίμου με πολλά λόγια περί κοινωνικής συνοχής, αλλά καμία θεσμική τομή που να αλλάζει τη σχέση του κράτους με την οικογένεια. Όλα έπρεπε να είναι επικοινωνήσιμα, εύπεπτα, σύντομα, μέσα στο αισθητικό-πολιτικό καλούπι μιας κυβέρνησης που διαχειριζόταν τα πάντα με PR αντί για πολιτική. Το νέο υπουργείο μετατράπηκε σε ένα κομμάτι του επιτελικού κράτους-βιτρίνας. Όχι σε θεσμικό πυλώνα, αλλά σε ένα ακόμη «παράθυρο» του Μαξίμου, που λειτουργούσε περισσότερο ως προέκταση επικοινωνιακής ομάδας παρά ως όργανο χάραξης πολιτικής.

Αυτή η λογική συνεχίστηκε, και μάλιστα ενισχύθηκε, με τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Η διαδοχή δεν έφερε αλλαγή φιλοσοφίας, απλώς άλλαξε το πρόσωπο που θα υπηρετούσε την ίδια στρατηγική, δηλαδή μια πολιτική που φοβόταν τη σύγκρουση με τα βαθιά αίτια του δημογραφικού και προτιμούσε την ευκολία της πολιτικής ορθότητας. Η τοποθέτηση και θητεία των δυο στο Υπουργείο Οικογένειας χαρακτηρίζεται από πολλούς ως μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή μια πολιτική YOLO, μια διακυβέρνηση που δεν στηρίζεται ούτε σε σχέδιο ούτε σε κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά σε επικοινωνιακά ερεθίσματα, σε ατάκες, σε εντυπώσεις, σε έναν διαρκή αυτοσχεδιασμό που συχνά έμοιαζε επικίνδυνα άδειος.

Το υπουργείο λειτουργεί περισσότερο ως εργαστήριο καμπανιών και αναρτήσεων παρά ως θεσμός που πρέπει να στηρίξει την οικογένεια, τους γονείς, τα παιδιά, τους πιο ευάλωτους. Εξαγγελίες διαδέχονται εξαγγελίες, χρονοδιαγράμματα αλλάζουν, προθεσμίες μεταφέρονται, δομές μένουν στα ίδια και τα προβλήματα παραμένουν ή διογκώνονται. Πολλοί φορείς κοινωνικής πολιτικής επισημαίνουν ότι η εφαρμογή των μέτρων είναι αποσπασματική, συχνά πρόχειρη και, το χειρότερο, χωρίς ουσιαστική αποτελεσματικότητα. Στην πράξη, οικογένειες βλέπουν τις παροχές να καθυστερούν, τα συστήματα να μπλοκάρουν, τις παρεμβάσεις να μην φτάνουν ποτέ ως την καθημερινότητά τους.

Αυτό το κλίμα ελαφρότητας φαίνεται ακόμα πιο έντονα στο μείζον ζήτημα της δημογραφικής κρίσης. Αντί για μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική, ο σχεδιασμός περιορίζεται σε επιδοματικού τύπου παρεμβάσεις, μικρές δράσεις μιας χρήσης και συνεχείς ανακοινώσεις που δεν συνοδεύονται από σοβαρές υποδομές. Η χώρα βυθίζεται δημογραφικά, αλλά το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας μοιάζει να αντιμετωπίζει την κρίση σαν να ήταν απλώς ένα ακόμη επικοινωνιακό θέμα που πρέπει να «ντυθεί» με μοντέρνο ύφος και αισθητική.

Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να προστεθεί και κάτι ακόμη. Η υπερβολική προσκόλληση σε στοιχεία woke αισθητικής και πολιτικής ορθότητας, τα οποία συχνά λειτουργούν ως υποκατάστατο πραγματικής πολιτικής. Η έμφαση μετατοπίζεται προς συμβολισμούς, όρους, αφηγήματα και εισαγόμενες ιδέες που έχουν λιγοστή σχέση με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Αντί η πολιτική να ξεκινά από τις ανάγκες των ελληνικών οικογενειών, από την παιδική φτώχεια, από τις ελλείψεις σε δομές, από τον εκτροχιασμό του δημογραφικού, ξεκινάει από την επιθυμία να παρουσιαστεί ένα «σύγχρονο» και «προοδευτικό» προφίλ. Λες και η χώρα χρειάζεται περισσότερο νέους όρους και συμβολικά projects, παρά νέες δομές και πραγματικές λύσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί περιγράφουν αυτή την πολιτική ως κομμένη και ραμμένη πάνω στις ανάγκες των social media, ως ένα, δηλαδή, πολιτικό lifestyle που παράγει όμορφες εικόνες, καλογραμμένες ατάκες και πολλή προβολή, αλλά όχι ουσιαστική διαφοροποίηση στο πεδίο. Επιλέγονται κάθε φορά μοντέλα κοινωνικής πολιτικής ευρωπαϊκού/αμερικανικού τύπου, χωρίς αναγκαία προσαρμογή σε ελληνικές δομές, δημογραφικά δεδομένα και κοινωνικές συνθήκες. Είναι μια προσέγγιση που μπορεί να λειτουργεί στην αισθητική του Instagram, αλλά δεν λειτουργεί στον Έβρο, στη Ροδόπη, στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, εκεί όπου η καθημερινότητα μετριέται σε πραγματικά εμπόδια όπως η παιδική φτώχεια, η ανυπαρξία δομών φύλαξης, τα νοικοκυριά που τσακίζονται από το κόστος ζωής και την έλλειψη στήριξης.

Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική και τα αποτελέσματα μεγαλώνει σταθερά. Η εικόνα είναι πάντα προσεγμένη, η επικοινωνία άψογη, το περιτύλιγμα εντυπωσιακό. Αλλά το περιεχόμενο; Ελάχιστο. Η πολιτική YOLO δεν είναι πολιτική χαράς αλλά πολιτική επιπολαιότητας. Είναι η θεσμοποίηση της επιφανειακής δράσης, η εξουσία ως συνεχές performance, η ανάδειξη της εικόνας πάνω από την ουσία. Και στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, αυτό δεν είναι απλώς πολιτική αστοχία. Είναι ένα βαθύ, δομικό πρόβλημα. Γιατί εκεί τα λάθη δεν μετριούνται σε εντυπώσεις. Μετριούνται σε ζωές, σε παιδιά, σε οικογένειες.

Αν κάτι απομένει ως συμπέρασμα, είναι ότι η επιλογές και περιόδους αυτές δεν είναι απλώς αποτυχημένες τεχνικά θητείες. Είναι μια επικίνδυνα ελαφριά άσκηση εξουσίας. Μια διακυβέρνηση που λειτουργεί σαν να μην υπάρχει αύριο ή, ακριβέστερα, σαν να μη χρειάζεται να υπάρχει μια πραγματική πολιτική για το αύριο των οικογενειών. Μια πολιτική YOLO που μπορεί να παράγει ωραίες στιγμές στο timeline, αλλά όχι στήριξη, ούτε λύσεις, ούτε μέλλον. Και η πολιτική YOLO μπορεί να λειτουργεί για μια lifestyle περσόνα στο Instagram. Όχι για ένα Υπουργείο Οικογένειας σε μια χώρα με δημογραφική κατάρρευση. Και αυτό, για την Ελλάδα του 2025, είναι μια πολυτέλεια που η κοινωνία δεν μπορεί πια να αντέξει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.