Τι λέμε και τι ΔΕΝ λέμε για την ελληνική οικονομία

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας

Έχουν περάσει 4,5 χρόνια από τη live παρουσίαση για την ελληνική οικονομία που κάναμε ως site και της οποίας είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι ο βασικός εισηγητής. Μπορείτε να ανατρέξετε στα βασικά συμπεράσματα εδώ: Κωνσταντίνος Μανίκας: Σημεία τοποθέτησης στο LIVE του LastPoint.gr ή να τη δείτε ολόκληρη στο YouTube.

Παρά το γεγονός ότι κάποιες από τις τότε συνθήκες δεν υπάρχουν, όπως η πανδημία και η έντονη ενεργειακή κρίση, πολλά από τα δομικά, μακροπρόθεσμα ζητήματα που αναφέρθηκαν συνεχίζουν να μας απασχολούν, παρά τα επιμέρους θετικά βήματα, και φυσικά έχουν προστεθεί και νέες προκλήσεις (από τη γιγάντωση της τεχνητής νοημοσύνης μέχρι την επάνοδο στους δασμούς και την προστατευτική πολιτική.

Αυτό που με έβαλε στη διαδικασία να θυμηθώ εκείνη την παρουσίαση, είναι η πρόσφατη επιστημονικοφανής προσπάθεια να γίνει σύγκριση της οικονομικής εικόνας της τελευταίας εξαετίας να αυτή της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ. Στα πλαίσια του… rebranding του Τσίπρα γινονται συντονισμένες προσπάθειες να εξαφανιστεί για όσο το δυνατόν περισσότερα από τα τραγικά σφάλματα του, από το δημοψήφισμα χωρίς πραγματικό ερώτημα έως την οικονιμική οπισθοδρόμηση στην ύφεση!

Είναι εντυπωσιακό το πώς παρουσιάζονται κάποια στοιχεία, γιατί εκεί βρίσκεται η παγίδα. Όταν αναλύεις την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ ως φυσική συνέχεια της μημονιακής ύφεσης, ενώ το 2014, λίγο πριν τη θεσμική ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά, είχαμε επιστρέψει στην ανάπτυξη και οι προβλέψεις όλων για την επόμενη τριετία μιλούσαν για ισχυρή Ανάπτυξη, τότε δεν κάνεις μελέτη αλλά ψάχνεις μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όταν μάλιστα επιχειρείς να αποδείξεις το κοινωνικό πρόσωπο και τη ενίσχυση των εισοδημάτων των αδυνάτων, όταν αυτοί ήταν οι πρώτοι που επλήγησαν από τα νέα μνημονιακά μέτρα και την αύξηση της φορολογίας, τότε ο ρόλος τους γίνεται πρόδηλος.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κι όταν παρουσιάζεις την ταχύτατη ανάπτυξη των 10 φτωχότερων ευρωπαϊκών χωρών, συγκρίνοντας την με την Ελλάδα. Προφανώς και υπάρχουν μια σειρά από παραγωγικά και διαρθρωτικά θέματα που οφείλουμε να δούμε στη χώρα μας αλλά το ότι οι φτωχότεροι συγκλίνουν ταχύτερα προς το μέσο όρο θα επρεοε να είναι το αναμενόμενο. Κάτι αντίστοιχο συνέβη κει με την Ελλάδα πριν δεκαετίες, χάρη και στη βοήθεια των ευρωπαϊκών πόρων.

Το επόμενο βήμα προς τα υψηλότερα κλιμάκια είναι για όλους το ζητούμενο κι εκεί προκύπτουν οι οικονομικές αντιστάσεις κι οι δυσκολίες και στην Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα επιπρόσθετο εμπόδιο, αυτό του υψηλού χρέους, που όσο κι αν φθίνει ως ποσοστό του ΑΕΠ, κυρίως λόγω του πληθωρισμού αλλά και της σταθερής ανάπτυξης, παραμένει ένας βραχνάς που στερεί κρίσιμους πόρους από τις δημόσιες επενδύσεις και τη στήριξη των επενδύσεων που θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν την ανάπτυξη σε πάνω από 5%.

Ποια είναι λοιπόν η πραγματική εικόνα της ελληνικής εικόνας, η οποία αναμφισβήτητα είναι συνολικά σαφώς καλύτερη από αυτή της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχουν όμως ακόμα μια σειρά από διαρθρωτικά κυρίως ζητήματα που παραμένουν διαχρονικά άλυτα και την κρατούν, πρωτίστως παραγωγικά και επενδυτικό, δέσμια χρόνιων παθογενειών;

Δημοσιονομικά είμαστε σταθερά νοικομυρεμένοι, το χρέος, και για τους λόγους που προανέφερα, είναι διαχειρίσιμο και το κόστος δανεισμού ανταγωνιστικό σε σχέση με πολύ μεγαλύτερες οικονομίες, η ανεργία σε ιστορικά χαμηλά, ο βασικός μισθός σε… ιστορικά υψηλά, ο προϋπολογισμός καταγράφει βελτίωση στις επενδύσεις και την κατανάλωση.

Πού βρίσκονται όμως τα αγκάθια; Η δημοσιινομική υγεία Θα πρέπει να αρχίσει, όπως ήδη φαίνεται, να στηρηζεται στην πάταξη της φοροδιαφυγής κι όχι τόσο στην υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων και ειδικά του ΦΠΑ. Το χρέος οφείλει να παραμείνει σε χαμηλό ποσοστό εξυπηρέτησης ως προς το ΑΕΠ και μετά το τέλος της περιόδου χάριτος. Η ανεργία να μειώνεται όχι όμως τόσο “υποβοηθούμενη” από το brain drain και την υπογεννητικότητα γιατί σε βάθος χρόνου θα πνίξει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Ο διάμεσος μισθός, πιο σημαντικός από τον βασικό και τον μέσο, θα πρέπει να αρχίσει να βελτιώνεται σημαντικά σε σχέση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Ο πληθωρισμός να υποχωρεί όχι μόνο λόγω της ενεργειακής σταθερότητας αλλά λόγω της αποκαρτελοποίησης και του “χτυπήματος” του κορπορατισμού από πια δυναμική και ρυθμιστική επιτροπή ανταγωνισμού. Οι επενδύσεις πέρα από τον κατασκευαστικό τομέα και τον τουρισμό να διαχέονται εξίσου δυναμικά και σε άλλους παραγωγικούς τομείς.

Κι αυτό απαιτεί συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών στο παραγωγικό μοντέλο, την απονομή δικαιοσύνης, στο φορολογικό πρότυπο αλλά κυρίως στη νοοτροπία μιας κοινωνίας κι ενός δημοσίου τομέα που έμαθε να φυτοζωεί από το κράτος και τις επιδοτήσεις, αναπσράγοντας στρεβλώσεις και μια διάχυτη πσραβατικότητα, ώστε να καταστεί η χώρα πραγματικά ελκυστική από σοβαρούς θεσμικούς επενδυτικούς επενδυτές και όσους καθορίζουν το μέλλον της 4ης βιομηχανικής επανάστασης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.