Η οικονομία ζητά σταθερότητα, η κοινωνία ζητά κυβέρνηση

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχει μια παλιά, σοφή ρήση του Μ. Καραγάτση, από εκείνες που μοιάζουν να γράφτηκαν ειδικά για να σχολιάζουν την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, παρότι προηγήθηκαν δεκαετίες. Ο Καραγάτσης, γράφει στον Κίτρινο Φάκελο ότι «… Το Θεό, με την προσευχή μπορείς να τον κάνεις ν’ αλλάξει γνώμη· το διάβολο, ποτέ. Μια και πήρες το δρόμο του κακού, θα τον πορευτείς ως το τέλος…». Και κάπως έτσι, με την ίδια αμετακίνητη συνέπεια, πορεύεται και η δημόσια συζήτηση περί σταθερότητας.

Αχ, η «πολιτική σταθερότητα». Διότι, ως γνωστόν, η σταθερότητα είναι σαν τον καφέ φίλτρου, όπου ο καθένας τον φτιάχνει όπως τον βολεύει. Άλλος τον θέλει «πολιτικό», άλλος «θεσμικό», άλλος «επενδυτικό», κι άλλος τον πίνει σκέτο, χωρίς ίχνος κυβερνητικής λογοδοσίας. Το αποτέλεσμα; Ένα έθνος που συζητά για σταθερότητα με την ίδια σοβαρότητα που συζητά για τον καιρό, «Κάτι θα αλλάξει, αλλά ας μην το συζητήσουμε πολύ».

Κι όμως, οι αριθμοί έχουν μια ενοχλητική συνήθεια να μην καταλαβαίνουν από αφήγημα. Έτσι, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Alco, το 52% θεωρεί ότι η κυβέρνηση προκαλεί αστάθεια. Το 73% βλέπει συγκάλυψη. Το 66% την κρίνει αναποτελεσματική. Και το 74% δηλώνει ότι η κυβέρνηση δεν κατανοεί τις ανάγκες του. Με άλλα λόγια, επτά στους δέκα πολίτες νιώθουν ότι μιλούν σε τοίχο. Και ο τοίχος, ως γνωστόν, είναι το πιο σταθερό πράγμα σε ένα σπίτι. Άρα, τεχνικά, έχουμε σταθερότητα. Αν αυτό δεν είναι πολιτική ειρωνεία, τότε τι είναι;

Κι ενώ ο δημόσιος διάλογος παλεύει να αποφασίσει αν η σταθερότητα είναι αρετή ή κατάρα, έρχεται ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, να υπενθυμίσει στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων ότι σε περιόδους αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα είναι καθοριστικός παράγοντας οικονομικής ανθεκτικότητας. Σωστό. Απολύτως σωστό. Μόνο που ξεχνάμε μια μικρή λεπτομέρεια. Για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, πρέπει πρώτα να υπάρχει… πολιτική. Όχι απλώς διαχείριση, όχι επικοινωνία, όχι «να δούμε πώς θα πάει». Πολιτική. Με σχέδιο, με θεσμούς που λειτουργούν, με κυβέρνηση που κυβερνά και αντιπολίτευση που αντιπολιτεύεται.

Διότι, αν η κυβερνητική σταθερότητα είναι σαν καρέκλα, τότε η πολιτική σταθερότητα είναι σαν τραπέζι, στο οποίο αν λείπει το ένα πόδι, δεν κάθεσαι, αν λείπουν δύο, δεν πλησιάζεις, κι αν λείπουν τρία, το μόνο που μένει είναι να το πουλήσεις για παλιοσίδερα. Κι έτσι, η σταθερότητα στην Ελλάδα είναι σαν το ανέκδοτο με τον τύπο που πέφτει από τον 50ο όροφο, σε κάθε όροφο που περνάει, λέει «μέχρι εδώ, καλά πάμε». Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η πτώση, αλλά η πρόσκρουση.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών, όπως σωστά επισημαίνει ο κ. Στουρνάρας, δείχνει ότι η σταθερότητα και το προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι προϋποθέσεις για μακροοικονομική ισορροπία. Αλλά πώς να υπάρξει προβλεψιμότητα όταν η ίδια η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την πραγματικότητα σαν excel που «θα το δούμε αύριο»; Πώς να υπάρξει εμπιστοσύνη όταν οι πολίτες βλέπουν συγκάλυψη εκεί που η κυβέρνηση βλέπει «παρεξήγηση»; Πώς να υπάρξει αποτελεσματικότητα όταν η κοινωνία νιώθει ότι μιλάει άλλη γλώσσα από αυτήν που μιλάει το κράτος;

Και μέσα σε όλα αυτά, ακούμε για μεταρρυθμίσεις. Πάντα ακούμε για μεταρρυθμίσεις. Είναι το εθνικό μας νανούρισμα. «Τα οφέλη είναι ορατά και μετρήσιμα», λέει η Έκθεση. Βεβαίως. Όπως ο ορίζοντας, όπου όλοι τον βλέπουν, αλλά κανείς δεν τον φτάνει. Η αλήθεια είναι απλή, όσο κι αν δεν αρέσει, αφού δεν μπορείς να έχεις πολιτική σταθερότητα όταν δεν έχεις κυβερνητική σταθερότητα. Και δεν μπορείς να έχεις κυβερνητική σταθερότητα όταν η κοινωνία δεν σε εμπιστεύεται. Και δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη όταν οι πολίτες νιώθουν ότι τους αντιμετωπίζεις σαν στατιστικό λάθος.

Η σταθερότητα, λοιπόν, δεν είναι σύνθημα. Δεν είναι σλόγκαν. Δεν είναι διαφημιστικό πακέτο. Δεν είναι ένα στατικό νούμερο σε μια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Είναι σχέση. Και οι σχέσεις, όπως ξέρει κάθε άνθρωπος που έχει ζήσει σε αυτόν τον πλανήτη, δεν κρατιούνται με ωραία λόγια αλλά με πράξεις.

Αν θέλουμε να «μετατρέψουμε τις κρίσεις σε ευκαιρίες», όπως λέει ο Διοικητής, πρέπει πρώτα να παραδεχτούμε ότι έχουμε κρίση. Όχι μόνο οικονομική. Όχι μόνο θεσμική. Αλλά κρίση εμπιστοσύνης. Και αυτή δεν λύνεται με σταθερότητα-λάστιχο. Λύνεται με σταθερότητα-πυλώνα.

Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε, όπως θα έλεγε και ο Καραγάτσης, στον δρόμο που επιλέξαμε. Κι αν αυτός ο δρόμος οδηγεί στο τέλος, τουλάχιστον ας έχουμε την ειλικρίνεια να το παραδεχτούμε. Γιατί σε αυτόν τον δρόμο του «κακού», το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, όσο κι αν οι αριθμοί προσπαθούν να μας πείσουν ότι όλα βαίνουν καλώς. Εξάλλου, ο διάβολος και η στατιστική δεν αλλάζουν γνώμη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.