Η ιστορική κατάντια του ρουσφετιού και τα παπάκια της γαλάζιας αλαζονείας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πολιτική αποσύνθεση που βιώνουμε σήμερα δεν είναι ένας κεραυνός εν αιθρία, αλλά το αποκορύφωμα μιας ιστορικής διαδρομής που ξεκινά από τα βάθη της Τουρκοκρατίας, περνά μέσα από τα σαράκια της οθωνικής περιόδου και καταλήγει στην απόλυτη αναρχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στην πολιτική σκηνή της χώρας, το παιδικό τραγουδάκι για τα παπάκια έχει μετατραπεί σε έναν μακάβριο χορό διαφθοράς, όπου έντεκα νέα γαλάζια παπάκια ξεκίνησαν για τη μεγάλη βόλτα των αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, ακολουθώντας τα χνάρια της πρώτης δικογραφίας που είχε ήδη «βγάλει εκτός λίμνης» στελέχη όπως ο Μάκης Βορίδης και ο Λευτέρης Αυγενάκης. Ξεκίνησαν για αυτή την μεγάλη βόλτα, πιστεύοντας πως η ασυλία τους είναι ένα αδιαπέραστο τείχος. Όμως, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λειτουργώντας ως μια αδέκαστη «μαμά-πάπια», φωνάζει πλέον «κουάκ κουάκ» μέσω μιας δικογραφίας-κόλαφου, αποκαλύπτοντας πως η βόλτα αυτή δεν ήταν μια απλή πελατειακή εξυπηρέτηση, αλλά μια μεθοδευμένη επιχείρηση παράνομου πλουτισμού.
Η ρίζα του κακού βρίσκεται σε εκείνη την «κακή παράδοση» που διέσωσαν οι κοτζαμπάσηδες και οι προύχοντες, οι οποίοι, ακόμη και μετά την άφιξη του Όθωνα, υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια για σοβαρή δημοτική οργάνωση. Όπως αναφέρεται ιστορικά, η αυτοδιοίκηση τότε δεν ικανοποιούσε τις φιλοδοξίες των Ελλήνων, γιατί διατηρούσε τα μειονεκτήματα της αυθαιρεσίας εκείνων που ήθελαν να συνεχίσουν το οθωμανικό μοντέλο διοίκησης, ένα, δηλαδή, κράτος ως λάφυρο. Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να έχει αναβιώσει αυτό το μοντέλο στην πιο αλαζονική του μορφή. Δεν πρόκειται πλέον για το «συγγνωστό μικρο-παράπτωμα» του ρουσφετιού που περιέγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης στο σύγγραμμα του Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, «… εκείνο το «παραθυράκι» που έδινε ανάσα στη μιζέρια του κράτους…», αλλά για μια συνειδητή αναρχία, όπου οι νόμοι αντιμετωπίζονται ως «ράκη» και εχθρικές δυνάμεις που πρέπει να καταδολιευτούν.
Η λίστα των έντεκα βουλευτών, μαζί με την οχύρωση δυο πρώην υπουργών πίσω από το άρθρο 86, συνθέτει μια εικόνα ηθικής χρεοκοπίας. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έγραφε πως ο Έλληνας ζητά από τον νόμο δικαιοσύνη μόνο για τη δική του περίπτωση, όμως η παρούσα διακυβέρνηση το τερμάτισε, αφού μετέτρεψε την εξαίρεση σε κανόνα και την αδιαφάνεια σε επίσημη κρατική λειτουργία. Η «βόλτα» στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά κομμάτι ενός ευρύτερου παζλ που περιλαμβάνει το σκοτάδι των υποκλοπών και το όργιο των απευθείας αναθέσεων. Εκεί που το παλιό πελατειακό κράτος «βόλευε» για να επιβιώσει, η σημερινή εξουσία λεηλατεί για να κυριαρχήσει, επιδεικνύοντας μια πρωτοφανή περιφρόνηση προς κάθε έννοια αξιοκρατίας και δημόσιου συμφέροντος.
Ο Παύλος Μαρινάκης, σε ρόλο κυνικού διαχειριστή της παρακμής, υπόσχεται «αξιολόγηση κατά περίπτωση», λες και η ηθική χρεοκοπία μιας ολόκληρης παράταξης μπορεί να τεμαχιστεί σε δόσεις για να χωνευτεί ευκολότερα από την κοινή γνώμη και να αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Κυνικά μιλώντας, λοιπόν, η κυβέρνηση αυτή δεν υποφέρει από τις παθογένειες του παρελθόντος, αλλά τις χρησιμοποιεί ως άλλοθι για να επιβάλει μια καθεστωτική λογική. Το κράτος, από «πάμπλουτος και παντοδύναμος δότης» που περιέγραφε ο Κονδύλης, έγινε πλέον ένας ιδιωτικός μηχανισμός παραγωγής πλούτου για τους λίγους και εκλεκτούς.
Καθώς η δικογραφία φτάνει στη Βουλή, αποκαλύπτεται πως το σύστημα δεν πάσχει απλώς από «εμπλοκή» που χρειάζεται ρουσφέτι για να λειτουργήσει, αλλά από μια συνειδητή επιλογή λεηλασίας. Το ερώτημα παραμένει αν θα βρεθεί έστω και ένα ίχνος αξιοπρέπειας ή αν θα δούμε ξανά τα ίδια παπάκια να κρύβονται πίσω από την κομματική πειθαρχία, περιμένοντας την επόμενη απευθείας ανάθεση για να ξεχάσουν πως, σε μια κανονική χώρα, ο δρόμος της επιστροφής από τέτοιες βόλτες οδηγεί κατευθείαν στη δικαιοσύνη και όχι πίσω στα κυβερνητικά έδρανα. Αν, τελικά, θα μείνει όρθιο οτιδήποτε θυμίζει ευνομούμενο κράτος σε αυτή τη χώρα, ή αν η «εύστροφη καταδολίευση» θα παραμείνει το μόνο επίσημο δόγμα μιας κυβέρνησης που πλουτίζει παρανομώντας κάτω από το φως της ημέρας.

