Τι γίνεται όταν δεν «αντέχεις άλλο» τους ανθρώπους;

Είναι σοβαρό γιατρέ μου; Θα περάσει;

Γράφει η Ελένη-Ρεβέκκα Στάιου

Είναι κάποιες μέρες που απλά δεν αντέχω άλλο να ακούω τους ανθρώπους. Γενικά. Όχι συγκεκριμένους ανθρώπους ή για συγκεκριμένο θέμα. Γενικά. Θέλω δηλαδή, αν είναι δυνατόν, να πάω να χωθώ σε μία σπηλιά, με 10-20-100 βιβλία και να μην επικοινωνήσω με άνθρωπο για δέκα μέρες (για αρχή πάντα).

Είναι σοβαρό γιατρέ μου; Θα περάσει;

Εξηγούμαι: Δεν θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά κοινωνικό άνθρωπο. Παλιότερα ήμουν πολύ περισσότερο, έκανα πολύ πιο εύκολα γνωριμίες και παρέες. Περνώντας τα χρόνια, λόγω του ότι μιλάω με εξαιρετικά πολύ κόσμο εξαιτίας της δουλειάς μου, μειώνω τις επαφές στην προσωπική μου ζωή. Σαν να κουράζομαι, σαν να μην έχω υπομονή. Κάνω προσπάθεια όμως, δεν αποκλείω τον εαυτό μου τελείως (προσπαθώ λέμε!).

Το θέμα είναι ότι τώρα, που έχουν σφίξει τα λουριά, και φαίνεται ο πραγματικός εαυτός του καθενός και οι πραγματικές του απόψεις, αρχίζει και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να προσπαθώ. Αντιλαμβάνομαι μέχρι ενός σημείου ότι ο καθένας έχει την άποψή του (προφανώς) αλλά όταν αρχίζει να προσπαθεί να στην επιβάλλει πάει αλλού το πράγμα. Επίσης, είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρο να προσπαθείς να εξηγείς ότι δεν είσαι ελέφαντας ή ότι σήμερα δεν είναι Πάσχα. Τα αυτονόητα δηλαδή, δεν χρειάζεται να είμαστε πυρηνικοί επιστήμονες.

Μέχρι κάποιο σημείο προσπαθώ (πάντα στις διαπροσωπικές μου επαφές αναφέρομαι, όχι στα επαγγελματικά). Προσπαθώ, γιατί δεν γίνεται να τους αποκλείσω όλους. Αλλά όλα έχουν ένα όριο. Δεν μπορώ να προσπαθώ αιωνίως. Και αν απαντήσω, θα γίνουμε μαλλιοκούβαρα οπότε επιλέγω να μην απαντώ, να μη μιλώ, να μην αλληλεπιδρώ.

Θα αναρωτηθείτε γιατί σας τα λέω όλα αυτά αφού είναι καθαρά δικό μου το προβληματάκι και θα έπρεπε να δω ίσως έναν ειδικό. Ισχύει και το ακούω αυτό που λέτε.

Απλά το λιθαράκι μου στον γενικότερο διάλογο περί ελευθερίας γνώμης και λόγου και άποψης και της κακόμοιρης της δημοκρατίας (που την έχουμε κάνει κουρέλι με το να αναφερόμαστε σε αυτήν κάθε τρεις και λίγο), θα ήθελα να είναι το να δούμε και μια παράπλευρη απώλεια όλης αυτής της «ελευθερίας»: τη μη αντοχή σε μαλακίες.

Θα μου πείτε ότι το κατά πόσο λέει ο άλλος μαλακίες είναι υποκειμενικό. Θα απαντήσω όχι πάντα. Κάποια είναι κοινή λογική, και στις εποχές που ζούμε τείνουμε να θεωρούμε τη κοινή λογική το Άγιο Δισκοπότηρο: την ακούμε αλλά είναι σαν μύθος, δεν τη συναντάμε ποτέ. Μπορεί λοιπόν να έχουμε το βήμα να λέμε ό,τι θέλουμε αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι για κάθε μία μπαρούφα που πετάμε, κάπου, κάποιος μας κάνει unfollow, block, delete, μπορεί και report στο τσακίρ κέφι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εκεί έξω, στον πραγματικό κόσμο, μας βλέπει και αλλάζει πεζοδρόμιο. Μας αποφεύγει, δεν σηκώνει το τηλέφωνο και δεν απαντά στα μηνύματά μας. Το χειρότερο: Κάνει ότι μας ακούει και δεν μας δίνει καμία μα καμία σημασία, μας αγνοεί, είναι στον αυτόματο και εμείς νομίζουμε ότι μας λαμβάνει υπόψιν του.

Ακούω μια φωνή να λέει από το πηγάδι ότι χεστήκατε αν σας αποκλείει ο κάθε ένας ακοινώνητος με ψυχολογικά προβλήματα (βλ. εγώ). Σωστά. Μην ξεχνάτε όμως ότι αυτός κάποια στιγμή δεν θα σας προτιμήσει ούτε για σύντροφο, ούτε για συνεργάτη, ούτε για τίποτα. Και τώρα, η άποψή σας θα έχει και πρακτικές συνέπειες.

Κλείνοντας, και επιστρέφοντας σε μένα και στα προβλήματά μου, αντιλαμβάνομαι σε μια σπάνια φάση αυτοκριτικής, ότι δεν είναι νορμάλ να μην αντέχω τους ανθρώπους, έστω και αν είναι παροδικό. Από εκεί και πέρα, δικαίωμά μου δεν είναι να περιορίζω την έκθεσή μου σε καμένους και ψεκασμένους; Ακριβώς όπως είναι δικαίωμά τους να λένε ελεύθερα την άποψή τους. Κοινώς, κάθε τι έχει και το τίμημά του. Ακόμα και η δημοκρατία.

neolaia

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.