Το τίμημα της μετριότητας και οι «πεισματάρηδες» της αρετής
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η βαθιά φιλοσοφική προειδοποίηση του Τζον Μίλτον, σύμφωνα με την οποία «αν κάθε πράξη που είναι καλή ή κακή σε ένα ώριμο άνθρωπο ήταν επί πληρωμή και κατά παραγγελία και καταναγκαστική, τι θα ήταν η αρετή εκτός από ένα κενό όνομα, τι έπαινο θα άξιζε τότε η καλή πράξη, ποιές ευχαριστίες το να είναι κανείς νηφάλιος, δίκαιος ή εγκρατής;», βρήκε την πλήρη και μάλλον κυνική δικαίωση της στις εργασίες του πρόσφατου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας.
Αντί η κομματική αυτή σύναξη να αποτελέσει ένα ζωντανό πεδίο γόνιμου διαλόγου και ώριμης πολιτικής σύνθεσης, εξελίχθηκε σε μια αυστηρά προδιαγεγραμμένη διαδικασία, όπου η αυθεντική πολιτική βούληση θυσιάστηκε στον βωμό της επικοινωνιακής σκοπιμότητας και της εσωτερικής επιβολής. Το θεσμικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη λήξη των εργασιών δεν είναι η ανάδειξη ενός νέου, ελπιδοφόρου οράματος, αλλά η επισημοποίηση ενός μοντέλου διακυβέρνησης και κομματικής λειτουργίας που κινείται στον ακριβώς αντίθετο πόλο από τις αξίες της ελεύθερης συνείδησης και της πολιτικής αυτονομίας που έθετε ως όρο ο μεγάλος στοχαστής.
Η αρχή του νήματος αυτής της αποδόμησης εντοπίζεται στην ίδια τη φύση των αποφάσεων που επικυρώθηκαν, οι οποίες έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της «κατά παραγγελία» πολιτικής που στηλίτευε ο Μίλτον. Οι σύνεδροι δεν κλήθηκαν να συνδιαμορφώσουν την πολιτική ατζέντα της επόμενης ημέρας ούτε να εκφράσουν τις πραγματικές αγωνίες της κοινωνικής βάσης, αλλά να λειτουργήσουν ως απλοί χειροκροτητές προειλημμένων αποφάσεων, σχεδιασμένων σε κλειστά κομματικά γραφεία. Αυτή η μηχανική επικύρωση στερεί από την πολιτική πράξη κάθε ηθικό έπαινο, καθώς η συμφωνία δεν προέκυψε μέσα από τη βάσανο της αντιπαράθεσης και της ώριμης επιλογής, αλλά μέσα από την ανάγκη διατήρησης των εσωκομματικών ισορροπιών και της πρόσβασης στους μηχανισμούς της κρατικής εξουσίας.
Αυτή η πελατειακή προσέγγιση συνδέεται αναπόδραστα με την επιβολή μιας τεχνητής ομοφωνίας, η οποία επέδρασε ως ένας σύγχρονος πολιτικός καταναγκασμός, πνίγοντας κάθε ψήγμα εσωτερικής διαφοροποίησης ή κριτικής φωνής. Η νηφαλιότητα, η δικαιοσύνη και η εγκράτεια, οι αρετές δηλαδή που κατά τον Μίλτον απαιτούν ελεύθερο πνεύμα για να αναπτυχθούν, αντικαταστάθηκαν στο συνέδριο από μια διάχυτη θριαμβολογία και την αλαζονεία που γεννά η νομή της εξουσίας.
Όταν η κομματική πειθαρχία μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και η ετερονομία αντικαθιστά την προσωπική ευθύνη του πολιτικού όντος, τότε οι διακηρύξεις περί «μεταρρυθμίσεων» και «κοινωνικής προόδου» χάνουν το ηθικό τους βάρος και καταντούν κενά συνθήματα χωρίς αντίκρισμα στην πραγματική ζωή των πολιτών.
Καθώς λοιπόν έπεσε η αυλαία, το τελικό αποτύπωμα που αφήνει πίσω της η κορυφαία αυτή κομματική διαδικασία είναι η επιβεβαίωση μιας θεσμικής γύμνιας, η οποία όμως αναδεικνύει μια άλλη, πιο ουσιαστική πραγματικότητα, εκείνη των πολλών που επέλεξαν να απουσιάζουν. Η ηχηρή απουσία μιας μεγάλης μερίδας της κεντροδεξιάς και των σκεπτόμενων πολιτών από αυτή την τεχνητή γιορτή δεν ήταν δείγμα απάθειας, αλλά μια συνειδητή πράξη απόρριψης της υποκρισίας.
Σε αυτή ακριβώς τη στάση των απόντων, που αρνήθηκαν να γίνουν μέρος του κομματικού συμβιβασμού, αντηχεί η σκέψη του Οδυσσέα Ελύτη. «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά», γράφει στα Μικρά του Έψιλον ο ποιητής. Αυτοί οι «πεισματάρηδες» της διπλανής πόρτας, που επιλέγουν την απόσταση από τα φώτα των συνεδριακών προβολέων, είναι η μόνη αυθεντική απάντηση στη θεσμική παρακμή. Σε έναν κόσμο που μοιάζει να χάνεται ή να ξεθωριάζει μέσα στην επικοινωνιακή ρηχότητα, ο νομπελίστας ποιητής μας δείχνει ότι η ελπίδα επιβιώνει σε εκείνους τους λίγους ανθρώπους που επιμένουν και αγωνίζονται αθόρυβα, προκειμένου να κρατήσουν ζωντανό το φως, την ομορφιά και την αληθινή πολιτική αρετή.

