Η διακυβέρνηση της καθολικής στασιμότητας και ο μύθος των επιτυχιών
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Στην πολιτική ιστορία του τόπου, η τέχνη της επικοινωνίας συχνά επιχείρησε να αντικαταστήσει την ουσία της παραγωγής έργου, όμως η απόσταση ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα των κυβερνητικών αφηγημάτων και τη σκληρή καθημερινότητα που βιώνει ο πολίτης έχει πλέον μετατραπεί σε χάσμα. Μια προσεκτική, θεσμική αλλά και αδυσώπητη αποτίμηση της πορείας της χώρας οδηγεί στο συμπέρασμα μιας καθολικής, δομικής αποτυχίας σε όλους τους κρίσιμους πυλώνες του κράτους.
Η μόνη περίοδος που η κυβέρνηση επιχείρησε να προτάξει ως «παράσημο» αποτελεσματικότητας ήταν η διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού, μια «επιτυχία» όμως που στερείται πραγματικού πολιτικού αντικρίσματος, καθώς η χώρα, όπως και ολόκληρος ο πλανήτης, βρισκόταν τότε σε κατάσταση πλήρους, αναγκαστικής στασιμότητας. Το να διοικείς μια κοινωνία με «κατεβασμένους διακόπτες», όπου η οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική δραστηριότητα έχει παγώσει με διατάγματα, δεν συνιστά μεταρρυθμιστικό άθλο, αλλά διαχείριση αδράνειας.
Μόλις, μάλιστα, η κοινωνία αναγκάστηκε να κινηθεί ξανά, ο κυβερνητικός μηχανισμός βρέθηκε τραγικά απροετοίμαστος να διαχειριστεί την πραγματική, ζωντανή ροή των γεγονότων, με αποτέλεσμα το περίφημο success story να καταρρεύσει άμεσα κάτω από το βάρος της αγοραστικής αδυναμίας των πολιτών. Η χώρα παραδόθηκε σε έναν ανεξέλεγκτο πληθωρισμό απληστίας, με την κυβέρνηση να παρακολουθεί ως απλός τροχονόμος τα καρτέλ των τροφίμων και της καθημερινότητας, επιλέγοντας να επιδοτεί την ακρίβεια με τα χρήματα των ίδιων των φορολογουμένων αντί να χτυπήσει την αισχροκέρδεια στην πηγή της. Αυτή η οικονομική εξαθλίωση διογκώθηκε ακόμη περισσότερο από τη στεγαστική κρίση που διέλυσε τα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς, καθώς το real estate προτάχθηκε ως «ανάπτυξη» την ώρα που οι νέοι αδυνατούν πλέον να καλύψουν το ενοίκιο του μήνα.
Αυτό το στρεβλό αναπτυξιακό μοντέλο οδήγησε αναπόφευκτα σε μια βαθιά κρίση παραγωγικότητας, με την ελληνική οικονομία να διολισθαίνει διαρκώς στους σχετικούς ευρωπαϊκούς δείκτες και την παραγωγικότητα της εργασίας να παραμένει καθηλωμένη σε απογοητευτικά επίπεδα. Αντί για τη στροφή σε μια οικονομία της γνώσης, της καινοτομίας και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, η κυβερνητική πολιτική εγκλώβισε τη χώρα σε χαμηλής εξειδίκευσης υπηρεσίες και στην εύκολη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού. Η αδυναμία ενίσχυσης των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο, τεχνολογία και ουσιαστική αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού διεύρυνε το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη, καταδικάζοντας τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερες ώρες για να παράγουν λιγότερο πλούτο, ο οποίος στη συνέχεια εξανεμίζεται από το υψηλό κόστος ζωής.
Αυτή η παραγωγική αποδόμηση της υπαίθρου και της οικονομικής βάσης αποτυπώθηκε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην πλήρη κατάρρευση του πρωτογενούς τομέα, μέσω της πρωτοφανούς διαχειριστικής ανικανότητας στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η διαδοχική αλλαγή διοικήσεων, η απώλεια του ελέγχου των κοινοτικών επιδοτήσεων και το ιστορικό ράπισμα της επιτήρησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξαιτίας των συστημικών δυσλειτουργιών, στέρησαν από τον Έλληνα αγρότη και κτηνοτρόφο τα απαραίτητα για την επιβίωση του κεφάλαια. Η αδυναμία έγκαιρης και διαφανούς κατανομής των ενισχύσεων δεν αποτέλεσε απλώς μια γραφειοκρατική αστοχία, αλλά ένα καίριο πλήγμα στην παραγωγική ραχοκοκαλιά της χώρας, αφήνοντας την περιφέρεια απροστάτευτη απέναντι στο αυξημένο κόστος παραγωγής.
Η ίδια αδυναμία προστασίας του πολίτη και των παραγωγών μεταφράστηκε παράλληλα σε ένα πραγματικό ενεργειακό Βατερλώ, όπου οι κυβερνητικές επιλογές άγγιξαν τα όρια του στρατηγικού σφάλματος. Η βιαστική και χωρίς εγχώριο εναλλακτικό πλάνο απολιγνιτοποίηση παρέδωσε τη χώρα «δεμένη χειροπόδαρα» στο εισαγόμενο φυσικό αέριο, ενώ η εμμονή στη διατήρηση του 100% της χονδρεμπορικής αγοράς στο Χρηματιστήριο Ενέργειας μετέτρεψε το κοινωνικό αγαθό του ηλεκτρικού ρεύματος σε πεδίο κερδοσκοπικού τζόγου. Η περιβόητη πράσινη μετάβαση σχεδιάστηκε τελικά μόνο για τους λίγους και ισχυρούς, όπως αποδείχθηκε από τον συστηματικό αποκλεισμό των μικρών παραγωγών και των αγροτών από ένα σκόπιμα κορεσμένο δίκτυο.
Η ίδια φιλοσοφία της υποχώρησης και της παραίτησης από τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας μεταφέρθηκε αυτούσια και στα εθνικά θέματα, όπου η εξωτερική πολιτική διολίσθησε από τη στρατηγική της ενεργούς αποτροπής στο δόγμα του «δεδομένου και υπάκουου συμμάχου». Στο όνομα των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, η Αθήνα ανέχεται την πάγια τουρκική αναθεωρητική ατζέντα, κάνοντας βήματα πίσω ακόμη και σε ζητήματα περιβαλλοντικής κυριαρχίας, όπως τα θαλάσσια πάρκα, ενώ η υπογραφή του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης επισφράγισε την αποτυχία της διπλωματίας μας, μετατρέποντας οριστικά τη χώρα σε μια μόνιμη αποθήκη ψυχών της Ευρώπης με αντάλλαγμα χρηματικά κονδύλια.
Το μέγεθος αυτού του πολυεπίπεδου τέλματος γίνεται ακόμη πιο εφιαλτικό αν αναλογιστεί κανείς ότι στα παραπάνω δομικά αδιέξοδα δεν έχει καν συνυπολογιστεί το καθημερινό χάος που αποσυνθέτει την κοινωνική συνοχή. Πρόκειται για την πλήρη υποβάθμιση της δημόσιας υγείας με ένα ΕΣΥ υπό κατάρρευση, την απαξίωση της δημόσιας παιδείας, αλλά και την πλήρη αποτυχία της πολιτικής προστασίας που αφήνει ανυπεράσπιστη τη χώρα απέναντι σε επαναλαμβανόμενες φυσικές καταστροφές. Η γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας των πολιτών επιτείνεται από την αδυναμία αστυνόμευσης και την πρωτοφανή έκρηξη της βίας, με πλέον ανησυχητικό σύμπτωμα τη ραγδαία έξαρση της παιδικής και νεανικής εγκληματικότητας, γεγονός που μαρτυρά βαθιά θεσμική και κοινωνική σήψη.
Όλες αυτές οι επιμέρους αποτυχίες στην οικονομία, την παραγωγικότητα, την ενέργεια, την κοινωνική συνοχή και τη διπλωματία συντέμνονται και καθρεφτίζονται στην πιο ολέθρια υποβάθμιση που έχει υποστεί η χώρα, δηλαδή, τη θεσμική διάβρωση του ίδιου του Κράτους Δικαίου. Η διακυβέρνηση αυτή θα μείνει στην ιστορία για το βαρύ στίγμα του σκανδάλου των υποκλοπών, τη συστηματική κατακρήμνιση της ελευθερίας του Τύπου και, κυρίως, για την τραγωδία των Τεμπών. Η διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, οι απροκάλυπτες μεθοδεύσεις συγκάλυψης και η προκλητική προσβολή στη μνήμη των θυμάτων αποκάλυψαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο ένα κράτος ανίκανο να προστατεύσει τη ζωή των πολιτών του, αλλά εξαιρετικά ικανό να προστατεύσει τις πολιτικές του καρέκλες.
Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θα κληθεί να αποτιμήσει αυτή την περίοδο, θα διαπιστώσει ότι η χώρα έχασε μια ιστορική ευκαιρία ανασυγκρότησης, καθώς η κυβέρνηση απέτυχε όχι γιατί της έλειψαν οι πόροι ή ο χρόνος, αλλά γιατί της έλειψε η βούληση να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Η μόνη «επιτυχία» που της απέμεινε να θυμάται είναι εκείνη η περίοδος του καθολικού εγκλεισμού, όπου η κοινωνία δεν προόδευε, απλώς περίμενε. Όμως η ιστορία δεν γράφεται ποτέ από εκείνους που περιμένουν στην αδράνεια, αλλά από εκείνους που μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη και την ευημερία σε μια ζωντανή κοινωνία που κινείται προς το μέλλον.

