Η Ελλάδα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και αυτό το ξεκαθάρισε η καθαρή συνείδηση των αρχών στη Βουλή
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πρόσφατη επικαιρότητα, με αφορμή ένα παρασκηνιακό σίριαλ στον χώρο του αθλητισμού, έφερε στην επιφάνεια μια βαθιά στρεβλή νοοτροπία που τείνει, δυστυχώς, να γίνει κανονικότητα και στην πολιτική ζωή του τόπου. Πριν από λίγες ημέρες, μια έντονη φημολογία ήθελε τον ιδιοκτήτη της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού, Δημήτρη Γιαννακόπουλο, να τερματίζει τη συνεργασία του με τον Τούρκο προπονητή της ομάδας, μια είδηση που προκάλεσε κύμα ικανοποίησης σε μεγάλο μέρος των φιλάθλων, οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι με τη συγκεκριμένη παρουσία στον πάγκο.
Όταν τελικά η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε και οι δύο πλευρές επιβεβαίωσαν τις καλές τους σχέσεις, η απογοήτευση όσων προσδοκούσαν μια αλλαγή έδωσε τη θέση της σε μια προκλητική δημόσια τοποθέτηση. Συγκεκριμένα, έτυχε να ακούσω ραδιοφωνικά ένα δημοσιογράφο ιδιαίτερα προσκείμενο στην κυβέρνηση, από εκείνους τους θερμούς κυβερνητικούς κονδυλοφόρους, που έσπευσε να αποφανθεί δημόσια πως, όσο κι αν δεν αρέσουν σε κάποιους οι επιλογές του Γιαννακόπουλου, αυτός βάζει το χρήμα και αυτός παίρνει τις αποφάσεις για τον σύλλογο.
Η απάντηση σε αυτή την κυνική λογική δεν μπορεί παρά να είναι ένα αυθόρμητο «τι λες ρε μεγάλε», καθώς ο συγκεκριμένος τύπος σκέφτεται με στυγνούς όρους ιδιοκτησίας, αντιγράφοντας πιστά το πρότυπο με το οποίο η επικοινωνιακή μηχανή προπαγανδίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «ιδιοκτήτη» της Ελλάδας, καλλιεργώντας το δόγμα πως μόνο αυτός μπορεί να κυβερνήσει και πως μετά από αυτόν υπάρχει το χάος. Ακόμα όμως και στον αθλητισμό, όταν κάποιος επενδύει τα χρήματα του, δεν το κάνει απλώς για να γίνει πλούσιος, αλλά επειδή οφείλει να σέβεται τις αρχές, τις αξίες, την ιστορία, την κουλτούρα της ομάδας, και πάνω από όλα τους φιλάθλους αυτής της ομάδας πολλώ δε μάλλον όταν μιλάμε για το κράτος, αφού η Ελλάδα δεν είναι ομάδα μπάσκετ, αλλά μια δημοκρατική χώρα.
Αυτή ακριβώς η αλαζονεία της «ιδιοκτησιακής» αντίληψης για την εξουσία γκρεμίστηκε εκκωφαντικά στο κοινοβούλιο, κατά τη συζήτηση της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση των υποκλοπών. Εκεί, ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος, Αντώνης Σαμαράς, μιλώντας με τη φωνή της καθαρής συνείδησης και των αρχών, εξαπέλυσε μια ομιλία-καταπέλτη, θέτοντας την κυβέρνηση προ των ιστορικών και θεσμικών της ευθυνών.
Κλείνοντας την παρέμβαση του, ο κ. Σαμαράς περιέγραψε ανάγλυφα μια χώρα σε σύγχυση, τονίζοντας ότι «τρεις το πρωί» χτυπάει το τηλέφωνο στο Μέγαρο Μαξίμου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τον «φραπέ» και τον «χασάπη», για τα Τέμπη που τρία χρόνια μετά κανείς δεν ξέρει τι έγινε, για την ακρίβεια που θερίζει, για τις απευθείας αναθέσεις που σοκάρουν, αλλά και για την Κάσο όπου ακόμα αγνοείται το καλώδιο.
Συνεχίζοντας το δριμύ κατηγορώ του, ο πρώην πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι το τηλέφωνο χτυπάει για την ασφάλεια που έχει χτυπήσει amber alert, για το δημογραφικό που αποτελεί την πρώτη εθνική μας απειλή, για την ερημωμένη επαρχία, τη νεολαία που έχει μείνει χωρίς πυξίδα, ακόμα και για την έντονη μυρωδιά που έχει κατακλύσει τρεις μέρες την Αθήνα χωρίς κανείς να ξέρει τίποτα, ενώ την ίδια ώρα χτυπάει καθημερινά για τη «Γαλάζια Πατρίδα» του Ερντογάν, την Αλβανία του Ράμα, τα Σκόπια που είναι πια ανεξέλεγκτα και το ουκρανικό drone στη Λευκάδα. Το πρόβλημα, όπως υπογράμμισε απευθυνόμενος στον κ. Μητσοτάκη, δεν είναι στο τηλέφωνο, αλλά στο ότι δεν το σηκώνει κανείς, συμπληρώνοντας με νόημα πως, όπως θα έλεγε και ο ιδρυτής της παράταξης Κωνσταντίνος Καραμανλής, η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο φρενοκομείο.
Η παρέμβαση αυτή κορυφώθηκε με την πλήρη αποδόμηση του πρωθυπουργικού συγκεντρωτισμού, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς κάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αναλάβει την απόλυτη ευθύνη, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν είναι ιδιοκτησία του, ότι δεν είναι κυβερνήτης ή ηγεμόνας αλλά πρωθυπουργός, και ότι οφείλει, έστω και τώρα, να σεβαστεί τη θεσμική λειτουργία και την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας.
Με τη φράση ότι η Ελλάδα υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει και μετά από εσάς, ο πρώην πρωθυπουργός έστειλε ένα σαφές μήνυμα τόσο στο Μαξίμου όσο και στους πρόθυμους κονδυλοφόρους του, αποδεικνύοντας ότι η δημοκρατία δεν έχει ιδιοκτήτες, ούτε ηγέμονες που αποφασίζουν επειδή «βάζουν το χρήμα» ή κατέχουν την εξουσία. Έχει θεσμούς, έχει αρχές και, πάνω από όλα, έχει έναν λαό που απαιτεί σεβασμό και αλήθεια. Η σημερινή παρέμβαση Σαμαρά απέδειξε ότι η συνείδηση της παράταξης παραμένει ζωντανή, απέναντι στην αλαζονεία του «ενός».

