Από το ενεργειακό αδιέξοδο στις κρατικές παραχωρήσεις και ΣΔΙΤ για τη σωτηρία των δανείων
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η ελληνική «πράσινη μετάβαση» θα μπορούσε κάλλιστα να διδάσκεται σε διεθνή σεμινάρια οικονομικής και διοικητικής αυτοχειρίας, καθώς ξεκίνησε ως ένα εθνικό όραμα υψηλών προδιαγραφών, επιδοτήθηκε ως η απόλυτη επενδυτική ευκαιρία και εξελίσσεται με μαθηματική ακρίβεια σε έναν ενεργειακό και τραπεζικό εφιάλτη. Με μια διαχρονική πολιτική του «βλέποντας και κάνοντας», η χώρα μετατράπηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε ένα απέραντο χωράφι από καθρέφτες και βουνά γεμάτα ανεμογεννήτριες, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένας σοβαρός εθνικός σχεδιασμός, επάρκεια ηλεκτρικών δικτύων και, κυρίως, οι απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας.
Αυτή η άναρχη υπερπροσφορά ενέργειας πχ κατά τις μεσημβρινές ώρες, σε συνδυασμό με την παντελή αδυναμία του συστήματος να την απορροφήσει, έχει οδηγήσει σε ένα πρωτοφανές παράδοξο, όπου η Ελλάδα παράγει ρεύμα που δεν χρειάζεται, αναγκάζεται να το εξάγει σχεδόν «νύχτα» προς τις χώρες του Βορρά και βλέπει τις τιμές στην εγχώρια αγορά να κατακρημνίζονται στο μηδέν, περιορίζοντας δραματικά τα έσοδα των επενδυτών και υπονομεύοντας τη βιωσιμότητα των έργων τους.
Όταν όμως οι παραγωγοί ΑΠΕ διαμαρτύρονται για τη χασούρα, το ΥΠΕΝ νίπτει τας χείρας του. Σε έγγραφο προς τη Βουλή, η Γενική Γραμματεία Ενέργειας ξεκαθαρίζει ότι η μη αποζημίωση τους σε ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών είναι απόλυτα νόμιμη. Επικαλούμενο ένα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο, από τους νόμους του 2016 και του 2017 έως τον πρόσφατο του 2025, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και τον Κανονισμό του 2023, το υπουργείο ορίζει ρητά ότι αν η τιμή παραμείνει μηδενική ή αρνητική για πάνω από δύο διαδοχικές ώρες, η λειτουργική ενίσχυση χάνεται. Με το πρόσχημα της έκθεσης των επενδυτών στο ρίσκο της αγοράς, το κράτος σφραγίζει και επίσημα την οικονομική τους αιμορραγία.
Αυτή η βίαιη έκθεση στα «σήματα της αγοράς» προδιαγράφει ένα ζοφερό μέλλον, με κορυφαίους παράγοντες της αγοράς, όπως τον πρόεδρο της Metlen, Ευάγγελο Μυτιληναίο, να προειδοποιούν ανοιχτά ότι σύντομα πολλά από αυτά τα πάρκα θα περάσουν αναγκαστικά στα χέρια των τραπεζών, καθώς η αποπληρωμή των δανείων γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, δημιουργώντας ουσιαστικά την επόμενη γενιά κόκκινων δανείων. Το πιο εξοργιστικό σε αυτό το σκηνικό είναι ότι το εν λόγω χάος δεν λύνει καν το ενεργειακό πρόβλημα της χώρας, αφού το μεσημέρι πνιγόμαστε στο ρεύμα αλλά το βράδυ, όταν ο ήλιος δύει και η ζήτηση κορυφώνεται, επιστρέφουμε στα ακριβά ορυκτά καύσιμα και τις εισαγωγές.
Για να προλάβει λοιπόν η κυβέρνηση το επικείμενο τραπεζικό κραχ από τα πράσινα δάνεια που είναι έτοιμα να σκάσουν, ενεργοποιεί μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή κρατικοδίαιτου καπιταλισμού, ανακυκλώνοντας το πρόβλημα και μεταφέροντας τζίρους στους ίδιους μεγάλους κατασκευαστικούς και ενεργειακούς ομίλους μέσω νέων έργων. Το κόλπο είναι απλό και εξαιρετικά προσοδοφόρο, καθώς το κράτος ανοίγει μια εναλλακτική κάνουλα ελκυστικών εσόδων, αναθέτοντας μαζικά μεγάλα έργα υποδομών, συμβάσεις Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και «χρυσές» παραχωρήσεις, όπως η Αττική Οδός.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι κατασκευαστές μπαίνουν στα έργα χωρίς να χρειάζεται να καταβάλουν σπουδαίο αρχικό κεφάλαιο, αφού η χρηματοδότηση μοχλεύεται με κρατικές πλάτες και ευρωπαϊκούς πόρους, ενώ το Δημόσιο τους εγγυάται σταθερές ροές χρήματος βάθους δεκαετιών, είτε μέσω άμεσων πληρωμών διαθεσιμότητας είτε μέσω εγγυημένων εσόδων από διόδια. Με αυτή τη σίγουρη ρευστότητα, οι όμιλοι αποκτούν τα κεφάλαια που απαιτούνται για να καλύπτουν τις τρύπες της ενέργειας και να αποπληρώνουν τα δάνεια των φωτοβολταϊκών αλλά και αιολικών, μετακυλώντας τεχνηέντως το ρίσκο της δικής τους επιχειρηματικής αποτυχίας στις πλάτες των πολιτών, οι οποίοι θα πληρώνουν το μάρμαρο είτε ως φορολογούμενοι είτε ως οδηγοί.
Χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της στρατηγικής αποτελεί το πρόσφατο πρόγραμμα φοιτητικών εστιών, ύψους άνω του ενός δισ. ευρώ. Ενώ οι φοιτητές εξαθλιώνονται από τα ενοίκια, η κυβέρνηση επιστρατεύει εσπευσμένα διαγωνισμούς ΣΔΙΤ που σέρνονται στη γραφειοκρατία πχ το έργο στην Κρήτη εκκρεμεί από το 2020, τα αντίστοιχα σε Θεσσαλία και Θράκη μένουν στις υπογραφές, ενώ στη Δυτική Μακεδονία οι τελικές υπογραφές μετατίθενται για το τέλος του έτους ή τις αρχές του 2027. Με τις πρώτες εστίες να μην αναμένονται πριν από το 2029, οι πιεστικές κοινωνικές ανάγκες μετατρέπονται σε ένα τεχνητό πεδίο κερδοφορίας, προκειμένου να διοχετευτεί ζεστό χρήμα στους ομίλους.
Αυτό είναι το τελικό αποτύπωμα του χάους που δημιούργησε η κυβερνητική πολιτική. Μια δήθεν πράσινη μετάβαση που έγινε χωρίς πυξίδα, που εγκλώβισε χιλιάδες επενδυτές και που τώρα, για να μην αντιμετωπίσουν πρόβλημα οι τράπεζες με τα δάνεια τους, μετακυλύει το κόστος της δικής της σχεδιαστικής ανικανότητας στις πλάτες των πολιτών. Το κράτος σπεύδει να διασώσει το τραπεζικό σύστημα από τη νέα γενιά κόκκινων δανείων που το ίδιο δημιούργησε, στήνοντας ένα ιδιότυπο δίχτυ ασφαλείας με εγγυημένα δημόσια έσοδα, την ώρα που η κοινωνία πληρώνει διπλά το τίμημα ενός αποτυχημένου ενεργειακού πλάνου.

