Ποιος αναλαμβάνει μετά το επιτελικό χάος;

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Για χρόνια η κυβερνητική προπαγάνδα καλλιέργησε το σύνθημα ότι «μετά τον Μητσοτάκη έρχεται το χάος». Μόνο που η πραγματικότητα αποκαλύπτει το ακριβώς αντίθετο. Το χάος δεν είναι μια μελλοντική απειλή, αλλά αποτέλεσμα της ίδιας της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Η χώρα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα άθροισμα κρίσεων που δεν προέκυψαν από το πουθενά, αλλά είναι προϊόν επιλογών, παραλείψεων, ιδεοληψιών και αδυναμιών. Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξει χάος «μετά». Είναι ποιος μπορεί να διαχειριστεί το χάος που ήδη έχει εγκατασταθεί, πριν γίνει ανεπίστρεπτο.

Στα εθνικά θέματα, η κυβέρνηση άφησε την Ελλάδα να πορεύεται χωρίς πυξίδα. Ο κατευνασμός προς την Τουρκία βαφτίστηκε «ήρεμη δύναμη», αλλά αποδείχθηκε απλή σιωπή απέναντι σε μια γειτονική ηγεσία που δοκιμάζει τις αντοχές μας κάθε μέρα. Οι ισορροπίες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έγιναν έρμαιο μιας πολιτικής χαμηλών τόνων που παρερμηνεύτηκε διεθνώς ως αδυναμία. Στα Βαλκάνια η χώρα έχασε ρόλο και κύρος, ενώ στο Βορειοηπειρωτικό η αδυναμία λήψης πρωτοβουλιών εξέθεσε την Αθήνα.

Στην οικονομία, η κυβέρνηση χτίζει μια βιτρίνα επιτυχίας στηριγμένη σε δανεικά, τεχνητούς ρυθμούς ανάπτυξης και επικοινωνιακές φούσκες. Το κόστος ζωής έχει εκτοξευτεί, οι πολίτες βλέπουν το εισόδημα τους να εξανεμίζεται μέσα σε μια αγορά όπου οι τιμές ανεβαίνουν χωρίς φρένο και οι έλεγχοι είναι ανύπαρκτοι. Η Ελλάδα διατηρεί μισθούς Ανατολικής Ευρώπης με ευρωπαϊκές τιμές, ενώ η υπερφορολόγηση, τα ληξιπρόθεσμα χρέη και οι αντοχές νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ακροβατούν στα όρια της κατάρρευσης.

Ταυτόχρονα, η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλής αξίας – τουρισμός, επισφαλείς υπηρεσίες, ευκαιριακές επενδύσεις – με αρνητικά ισοζύγια πληρωμών, υψηλά εμπορικά ελλείμματα – μια χώρα εισάγει περισσότερα αγαθά/υπηρεσίες/κεφάλαια από όσα εξάγει, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση εξωτερικού χρέους και πίεση στην οικονομία – και με το Ταμείο Ανάκαμψης να χρησιμοποιείται για βιτρίνες και όχι για δομικές αλλαγές. Εδραιώθηκε ένα σύστημα εξαρτημένο από επιδοτήσεις, φωτογραφικές ρυθμίσεις και πρόσκαιρη κατανάλωση. Η οικονομία δεν έμεινε «προστατευμένη». Έμεινε ακυβέρνητη.

Η κοινωνία βιώνει μια σιωπηλή κρίση, βαθύτερη από ό,τι αφήνουν να φανεί τα δελτία ειδήσεων. Το δημογραφικό διογκώνεται, οι νέοι φεύγουν, η μεσαία τάξη έχει χάσει τη σταθερότητα που της επέτρεπε να λειτουργεί ως ραχοκοκαλιά της δημοκρατίας. Η εργασία έγινε επισφαλής, η φτώχεια διάχυτη, η κοινωνική συνοχή τραυματισμένη. Πρόνοια, υγεία, προστασία των πιο ευάλωτων έγιναν πεδίο πειραματισμών αντί για πεδίο ευθύνης.

Στην Παιδεία, αντί για ουσιαστικές αλλαγές η κυβέρνηση επέλεξε πολιτικές επιφάνειας. Τα σχολεία λειτουργούν με ελλείψεις, τα πανεπιστήμια χωρίς σχέδιο αναβάθμισης, οι εκπαιδευτικοί σε συνθήκες διαρκούς υποβάθμισης. Η νέα γενιά αντιμετωπίζεται όχι ως επένδυση, αλλά ως στατιστική. Και όμως, χωρίς πνευματικό υπόβαθρο και σύγχρονη εκπαίδευση καμία χώρα δεν μπορεί να σταθεί σε διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό.

Η Δικαιοσύνη, βαριά τραυματισμένη από παρεμβάσεις, καθυστερήσεις και σκιές μεροληψίας, δεν πείθει πλέον ότι λειτουργεί ως ανεξάρτητος πυλώνας δημοκρατίας. Και χωρίς Δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου γίνεται σύνθημα κενό περιεχομένου.

Η επιχειρηματικότητα έχει μετατραπεί σε προνόμιο των λίγων. Οι μικρομεσαίοι πνίγονται, όχι μόνο από φόρους και εισφορές, αλλά από έναν διοικητικό λαβύρινθο που εξυπηρετεί τους ισχυρούς και αποθαρρύνει την καινοτομία, η οποία παρεμποδίζεται από γραφειοκρατία και έλλειψη στρατηγικής. Τα «επενδυτικά σχέδια» της κυβέρνησης μοιάζουν περισσότερο με ευκαιρίες επιχορηγήσεων προς ημέτερους παρά με δημιουργία ενός βιώσιμου, ανταγωνιστικού παραγωγικού οικοσυστήματος.

Και μέσα σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο τοπίο, το ανεξέλεγκτο μεταναστευτικό πρόβλημα λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής κινδύνου. Η κυβέρνηση μιλά για «αποτελεσματικότητα», όμως οι πραγματικές ροές στα νησιά και στην ενδοχώρα συνεχίζουν να πιέζουν υποδομές, υπηρεσίες και κοινωνική συνοχή. Χωρίς σοβαρό σύστημα καταγραφής, φύλαξης, ένταξης ή αποτροπής, η χώρα έχει μετατραπεί σε ανοχύρωτο πεδίο, όπου όλοι, από πολίτες, δήμους, σχολεία, νοσοκομεία, καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους ένα ζήτημα που απαιτεί κεντρικό σχεδιασμό και στιβαρή κρατική λειτουργία. Το κράτος δείχνει ανίκανο να διαχειριστεί την πραγματικότητα, παγιδευμένο ανάμεσα σε μια ρητορική αυστηρότητας και μια πρακτική αυθαιρεσίας και προχειρότητας. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ανθρωπιστικό, αλλά θεσμικό, εθνικό και κοινωνικό.

Πάνω σε όλα αυτά όμως δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τον παράγοντα που πλήγωσε περισσότερο την αξιοπιστία της κυβέρνησης, δηλαδή τα σκάνδαλα. Από τις υποκλοπές μέχρι τις απευθείας αναθέσεις και ΟΠΕΚΕΠΕ, από τη διαχείριση δημοσίων πόρων μέχρι την αίσθηση ότι υπάρχει μια κάστα ανθρώπων που δρα ανεξέλεγκτα, η κυβέρνηση εγκλωβίστηκε σε ένα σύννεφο καχυποψίας και θεσμικής σήψης. Κανένα αφήγημα «μεταρρυθμίσεων» δεν μπόρεσε να σβήσει τη δυσάρεστη πραγματικότητα ενός συστήματος που λειτουργεί μεροληπτικά, αδιαφανώς και ενίοτε αυθαίρετα.

Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η μεγαλύτερη διάψευση. Το επιτελικό κράτος. Η ναυαρχίδα των εξαγγελιών Μητσοτάκη αποδείχθηκε χάρτινος πύργος. Από τις φωτιές μέχρι τις πλημμύρες, από τα Τέμπη μέχρι τις κυβερνοεπιθέσεις, από τη διαχείριση κρίσεων μέχρι την απλή λειτουργία του κράτους, η αποτυχία ήταν παταγώδης. Το επιτελικό κράτος δεν απέτυχε απλώς να λειτουργήσει, αλλά κατέρρευσε όταν χρειάστηκε περισσότερο.

Τέλος, η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρησιμοποίησε την κρατική διαφήμιση, τις λίστες χρηματοδότησης, τα στρατευμένα ενημερωτικά κέντρα και τις αδιαφανείς ροές χρήματος για να δημιουργήσει ένα από τα πιο ελεγχόμενα περιβάλλοντα ενημέρωσης στην Ευρώπη. Μεγάλο μέρος των ΜΜΕ λειτουργεί ως θύλακας «γραμμής» και όχι ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία αποπληροφόρησης και ένα πολιτικό σύστημα χωρίς έλεγχο.

Όλα αυτά δεν συνθέτουν μια εικόνα «κινδύνου αν φύγει ο Μητσοτάκης». Συνθέτουν την εικόνα του κινδύνου που δημιουργήθηκε επειδή έμεινε ο Μητσοτάκης. Και έτσι η συζήτηση μετατοπίζεται, όχι στο αν μετά από αυτόν θα υπάρξει χάος, αλλά στο ποιος διαθέτει την εμπειρία, τη σοβαρότητα, τον πατριωτισμό, την καθαρή στρατηγική σκέψη και το ειδικό βάρος να διαχειριστεί το χάος που ήδη υπάρχει. Ποιος μπορεί να ανατάξει τα εθνικά, να επαναφέρει την οικονομία στο ρεαλιστικό της μέγεθος, να ξαναδώσει αξιοπρέπεια στην κοινωνία, να αποκαταστήσει τον ρόλο των θεσμών, να βάλει τάξη στο μεταναστευτικό και να επαναφέρει τη χώρα σε τροχιά ισχύος και σταθερότητας.

Γιατί η αλήθεια είναι μία. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η «επόμενη μέρα», αλλά το ποιος θα μπορέσει να σταθεί στο ύψος αυτής της ιστορικής πρόκλησης. Και η χώρα έχει ανάγκη, περισσότερο από ποτέ, από έναν ηγέτη που έχει αποδείξει ότι μπορεί να συγκρατήσει την πτώση, να αποτρέψει τον εκτροχιασμό και να ξαναστήσει το κράτος στα πόδια του. Και όσοι γνωρίζουν την πολιτική ιστορία της τελευταίας δεκαετίας ξέρουν καλά πως τέτοιοι ηγέτες δεν περισσεύουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.