Από το Μπρουνέι έως τα 420 δισ. χρέους στην αμείλικτη πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Τα τελευταία πέντε χρόνια ακούμε συνεχώς από την κυβέρνηση Μητσοτάκη για το «οικονομικό θαύμα» και τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της χώρας. Μας λένε ξανά και ξανά για τα δισεκατομμύρια που έπεσαν από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, παρουσιάζοντας τα ευρωπαϊκά κονδύλια ως δικό τους κατόρθωμα. Όμως η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Η χώρα δεν βαδίζει σε καμία τροχιά ανάπτυξης. Απλώς ζει με έναν τεχνητό αναπνευστήρα, στηριζόμενη αποκλειστικά στην ευρωπαϊκή αιμοδοσία, χωρίς κανένα ουσιαστικό παραγωγικό σχέδιο και χωρίς καμία πραγματική μεταρρυθμιστική τομή.
Αυτή η ωραία εικόνα καταρρέει αμέσως μόλις δεις τα φρέσκα στοιχεία του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό χρέος. Μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, το ιδιωτικό χρέος εκτοξεύτηκε στα 420,9 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή στο 169% του ΑΕΠ μας, έχοντας ανέβει κατά 22,1 δισ. μέσα σε μόλις έναν χρόνο. Και το πιο εξοργιστικό; Αυτό το βουνό χρεών δεν είναι μόνο νέα δάνεια για επενδύσεις, αλλά ληξιπρόθεσμες οφειλές που φτάνουν τα 238,6 δισ. ευρώ. Μάλιστα, σχεδόν το 70% αυτών των φεσιών είναι χρέη προς το ίδιο το Δημόσιο, προς την εφορία και τα ταμεία.
Με απλά λόγια, το κράτος παρουσιάζει αυξημένα έσοδα επειδή έχει γονατίσει τους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις. Την ίδια ώρα, μας κουνάνε το χαρτί της μείωσης των κόκκινων δανείων στις τράπεζες, κρύβοντας ότι πάνω από το 90% αυτών των δανείων πέρασε στα χέρια των servicers, που συνεχίζουν να πνίγουν τον κόσμο έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αλλά ούτε στα ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχει κάποιο σοβαρό πλάνο για το μέλλον. Κοιτάζοντας τη μελέτη του ΙΟΒΕ για την Αναπτυξιακή Τράπεζα από το 2019 έως το 2025, βλέπουμε ότι ναι μεν δόθηκαν ενισχύσεις και έπιασαν τόπο στην αγορά, αλλά ταυτόχρονα φάνηκε η απόλυτη εξάρτηση μας. Όταν στα 100 ευρώ νέων πιστώσεων τα 21 δίνονται μόνο επειδή βάζει την εγγύηση η Αναπτυξιακή Τράπεζα, καταλαβαίνεις ότι χωρίς το κράτος-μεσίτη οι τράπεζες δεν ρισκάρουν να ρίξουν χρήμα στην αγορά.
Κι αντί αυτά τα λεφτά να πάνε σε νέες τεχνολογίες, σε καινοτομία ή σε βαριά βιομηχανία, το 74%, δηλαδή 8,6 δισεκατομμύρια, πήγε πάλι στο εμπόριο, τη μεταποίηση και την εστίαση. Ξαναρίξαμε δηλαδή τη μερίδα του λέοντος στους ίδιους παραδοσιακούς και ευάλωτους τομείς, ενώ το 61% της ωφέλειας έμεινε πάλι στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας την περιφέρεια στην τύχη της.
Όλη αυτή η εξάρτηση από την κρατική και ευρωπαϊκή κάνουλα εξηγεί γιατί δεν έρχονται σοβαρές, αυτόνομες ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα. Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, αρκεί να δει κανείς τη διεθνή κατάταξη του Fraser Institute για την Οικονομική Ελευθερία. Μια κυβέρνηση που αυτοπλασάρεται ως φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική, κατάφερε να φέρει την Ελλάδα στην 61η θέση παγκοσμίως, να ισοβαθμεί με το Μπρουνέι και τις Φιλιππίνες και να βρίσκεται πίσω από τη Σαουδική Αραβία. Στην Ευρώπη των 27, η Ελλάδα είναι στην ταπεινωτική 25η θέση. Και το χειρότερο; Στον πιο κρίσιμο τομέα για να εμπιστευτεί κάποιος μια χώρα, στο νομικό σύστημα και την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, η βαθμολογία μας αντί να ανέβει, υποχώρησε κι άλλο.
Όταν λοιπόν τα βάλεις όλα αυτά κάτω, συνειδητοποιείς το μέγεθος του αδιεξόδου. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει απλώς διαχείριση εντυπώσεων με ξένα κόλλυβα. Χρησιμοποιεί τα ευρωπαϊκά κονδύλια σαν παυσίπονο για να κρύψει την πλήρη απουσία ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Μόνο που τα παυσίπονα δεν θεραπεύουν την αρρώστια. Όσο το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, οι επιχειρήσεις ζουν με δεκανίκια και οι θεσμοί παραμένουν αγκυλωμένοι, η φούσκα της ανάπτυξης θα μεγαλώνει, μέχρι τη στιγμή που τα ευρωπαϊκά λεφτά θα τελειώσουν και τον λογαριασμό θα τον πληρώσουμε πάλι εμείς.

