Πνευματική συνέπεια ή επαγγελματικός βιοπορισμός;

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η στρατευμένη τέχνη, αν το σκεφτείς, είχε πάντα ένα πολύ συγκεκριμένο νόημα. Ο καλλιτέχνης έβγαινε μπροστά, έπαιρνε ρίσκο και τα έβαζε ανοιχτά με την εξουσία. Από τον Μπρεχτ μέχρι τον Ρίτσο, ο πνευματικός άνθρωπος διάλεγε πλευρά, σήκωνε ανάστημα και πάλευε για ιδέες, για την αλήθεια και για την πατρίδα, χωρίς να φοβάται τη σύγκρουση με το κατεστημένο.

Σήμερα όμως βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο. Βλέπουμε ανθρώπους του πνεύματος, όπως ο Χρήστος Χωμενίδης, να παρεμβαίνουν στα πολιτικά πράγματα όχι για να αμφισβητήσουν την εξουσία, αλλά για να κάνουν τα πράγματα πιο βολικά γι’ αυτήν. Και το κάνουν είτε ηθελημένα είτε άθελα, είτε από υπολογισμό είτε από καθαρή επιπολαιότητα.

Ακόμα κι αν ο Χωμενίδης δεν έχει αλισβερίσι με το Μαξίμου, που αν δεις τη διαδρομή του, πράγματι δεν φαίνεται να έχει τέτοιες βλέψεις, ο τρόπος που τοποθετείται σε κρίσιμες στιγμές λειτουργεί ως το καλύτερο αμορτισέρ για την κυβέρνηση.

Στο πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Μαλλί μπαμπάκι», ο συγγραφέας καταπιάνεται με τις εξελίξεις γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά. Μέσα από τη φόρμα ενός υποτιθέμενου παρασκηνιακού διαλόγου, αναλύει με χαρακτηριστική προχειρότητα τις ισορροπίες της δεξιάς παράταξης, πλέκοντας το εγκώμιο του πρώην πρωθυπουργού για το «λαϊκό γκελ» του, ενώ παράλληλα νομιμοποιεί την πολυσυλλεκτικότητα της κυβερνητικής παράταξης ως ιστορική συνέχεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Οι βαθιές πολιτικές αντιθέσεις, τα ζητήματα διακυβέρνησης και οι θεσμικές αρρυθμίες υποβαθμίζονται τεχνηέντως σε ζητήματα προσωπικών φιλοδοξιών και ηλικιακού ταμπεραμέντου, καταλήγοντας στο ότι ο Σαμαράς κινείται απλώς από μια βιολογική ανάγκη να παραμείνει ενεργός.

Με λίγα λόγια, αντί να κοιτάξει τη βασική ουσία, ο Χωμενίδης προσπαθεί να τσαλακώσει και να παραποιήσει μια καθαρή, πατριωτική και θεσμική στάση. Τις σταθερές θέσεις του Σαμαρά για τα εθνικά μας θέματα, για την οικογένεια, για τις αξίες της παράταξης, τις βαφτίζει αβασάνιστα προσωπική εμμονή, ηλικιακό πείσμα ή διάθεση για καβγά.

Μόνο αν αναγνώσει κανείς πίσω από τις γραμμές μια κρυφή αγωνία του συγγραφέα να ανακοινωθεί επιτέλους η νέα πολιτική κίνηση του Αντώνη Σαμαρά και να αναπτυχθεί πλήρως η αυτόνομη κυβερνητική του πρόταση, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει τη σπουδή και το ύφος αυτού του άρθρου.

Η τακτική αυτή γίνεται ακόμα πιο εξόφθαλμη αν αντιπαραβάλει κανείς τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στάσεις που υιοθετεί ο συγγραφέας απέναντι στο ίδιο πρόσωπο. Από τη μία πλευρά, στο παλαιότερο κείμενο του «Για τη Λένα», με αφορμή την τραγική απώλεια της κόρης του Αντώνη Σαμαρά, ο Χωμενίδης υποκλίνεται με ευλάβεια εμπρός στην ουσία της πίστης και στον ανείπωτο ανθρώπινο πόνο. Βλέπει έναν πατέρα που βρίσκει τη δύναμη να ορθώσει το ανάστημα του απέναντι στον θάνατο του ίδιου του του παιδιού, διατηρώντας ταυτόχρονα την ταπεινότητα να αποδεχθεί το βαρύ αυτό πλήγμα.

Από την άλλη πλευρά όμως, η αντίθεση είναι σοκαριστική. Όταν πρόκειται για τον Αντώνη Σαμαρά ως πολιτικό ηγέτη, ως έναν «πατέρα όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων» που ορθώνει ξανά το ανάστημα του για την πατρίδα και τις εθνικές αξίες, ο συγγραφέας αλλάζει εντελώς τροπάρι. Εκεί, ο ίδιος άνθρωπος που πριν προκαλούσε το δέος του, υποβιβάζεται έμμεσα στην εικόνα ενός σεβάσμιου γέροντα που απλώς συνομιλεί με την Ιστορία. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά το αφήνει ξεκάθαρα να υπονοηθεί. Η μετάβαση από τον απόλυτο σεβασμό στον πολιτικό υποβιβασμό είναι εκκωφαντική.

Βλέποντας αυτή τη θεαματική μετατόπιση, αναρωτιέσαι εύλογα κατά πόσο τέτοια κείμενα έχουν να κάνουν καθαρά και μόνο με την ανάγκη για προβολή ή τον βιοπορισμό. Δεν το υιοθετώ, αλλά αν πραγματικά ο λόγος είναι αυτός, ένα ανθρώπινο και σεβαστό ενδεχόμενο στην καθημερινή επιβίωση, θεωρώ πως μια τέτοια επιλογή αδικεί πρώτα από όλα τον ίδιο του τον εαυτό και την πνευματική του διαδρομή, και μετά τους ίδιους τους αναγνώστες του που περιμένουν μια συνεπή στάση.

Αναρωτιέμαι πραγματικά, τι θα έκανε ο συγγραφέας στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ένα προφίλ που ακόμα αποφεύγει να μας φιλοτεχνήσει με την ίδια ευθύτητα;

Άραγε θα χρησιμοποιούσε την ίδια ευκολία και το ίδιο ανάλαφρο ύφος;

Θα αναζητούσε τα ίδια ταπεινά ελατήρια, τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα ψυχολογικά κίνητρα που τόσο αβασάνιστα καταλογίζει στους άλλους;

Ή μήπως εκεί το πινέλο θα άλλαζε αμέσως; Μήπως θα μας παρουσίαζε τον «σύγχρονο, ορθολογιστή ηγέτη» που παλεύει ηρωικά με τις διαχρονικές παθογένειες του κράτους;

Θα ξεπλένονταν άραγε στα κείμενα του όλα τα λάθη, οι υποχωρήσεις στα εθνικά και η ιδεολογική διολίσθηση της παράταξης ως ένας «αναγκαίος εκσυγχρονισμός» απέναντι σε ένα δήθεν αναρχικό ή γραφικό κατεστημένο;

Θα μας τον περιέγραφε ως έναν «παρεξηγημένο μεταρρυθμιστή» που τον αδικούν οι συγκυρίες, λειαίνοντας κάθε γωνία της κυβερνητικής πολιτικής;

Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να το διαβάσουμε κάποια στιγμή!

Αυτό που διαβάζουμε πάντως μέχρι τώρα δεν αποτελεί ούτε ελεύθερη σκέψη ούτε ανεξάρτητη κριτική. Αφότου, λοιπόν, ο δημιουργός δεν ασκεί στρατευμένη τέχνη, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτελεί καν τον ρόλο του «γελωτοποιού της αυλής». Διότι ο ιστορικός γελωτοποιός είχε τουλάχιστον το τσαγανό να λέει τις πιο σκληρές αλήθειες κατάμουτρα στον βασιλιά. Και στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, ο «βασιλιάς» δεν είναι ο Σαμαράς, αλλά ο Μητσοτάκης.

«Δηλαδή, θα μπορούσε άραγε να γίνει ένας νέος Λαζόπουλος;» θα αναρωτιόταν κανείς. Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Ανεξάρτητα από το αν διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς μαζί του, ο Λαζόπουλος υπήρξε ο κατεξοχήν σύγχρονος γελωτοποιός – και της αυλής -, αφού είχε το τσαγανό, τη σάτιρα και τη λαϊκή κατεύθυνση να συγκρουστεί ανοιχτά με το σύστημα και την εξουσία, λέγοντας αλήθειες που ενοχλούσαν. Εδώ, αντιθέτως, δεν έχουμε καν έναν γελωτοποιό, αλλά απλώς έναν καθησυχαστικό παρατηρητή, ο οποίος επιχειρεί να αλλοιώσει την εικόνα και τα επιχειρήματα όσων επιμένουν να λένε τα πράγματα με το όνομα τους.

Και κάπως έτσι, αφού ούτε στρατευμένη τέχνη κάνεις αλλά ούτε και γελωτοποιός της αυλής είσαι, ο δρόμος που επιλέγεις μένει παντελώς έκθετος. Όταν προσπαθείς να στρογγυλέψεις την καθαρή φωνή και τις αρχές του Αντώνη Σαμαρά, παρουσιάζοντας τες ως δήθεν γραφικότητες, δεν παράγεις πολιτισμό. Γίνεσαι απλώς το εργαλείο για να παραμορφωθεί η αλήθεια και να αποδυναμωθεί ένας αυθεντικός εθνικός λόγος. Και γνωρίζοντας το ταλέντο σου, θέλω να πιστεύω ότι μόνο άθελα σου θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.