Πέρα από τα χαμόγελα και τις χειραψίες

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στη διπλωματία, άλλο είναι η εικόνα και άλλο η ουσία. Όσο περισσότερο μια κυβέρνηση επενδύει στην εικόνα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να κοιτάξουμε τι πραγματικά μένει πίσω από τις δηλώσεις, τα χαμόγελα και τις εθιμοτυπικές φιλοφρονήσεις.

Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η συνάντηση του στο Μαξίμου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι συνομιλίες με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις για τα ελληνοτουρκικά, την ηλεκτρική διασύνδεση και το καλώδιο, προσφέρονται ακριβώς γι’ αυτή τη συζήτηση. Όχι γιατί οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δεν είναι σημαντικές, είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, αλλά ακριβώς επειδή είναι στρατηγικής σημασίας, δεν γίνεται να αντιμετωπίζονται σαν μια διαρκής άσκηση αυτοεπιβεβαίωσης.

Ακούσαμε ξανά μετά τις συναντήσεις και το δείπνο στο κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας για το «ιστορικά υψηλό επίπεδο» των σχέσεων, την εμβάθυνση στη συνεργασία από την άμυνα, την ενέργεια και το εμπόριο μέχρι τη ναυτιλία και την τεχνολογία, αλλά και τις ευχαριστίες για τον ρόλο της ομογένειας. Ακούσαμε πάλι ότι η Ελλάδα είναι «πυλώνας σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο, «αξιόπιστος εταίρος» και σύμμαχος που αποδεικνύει την προσήλωσή του στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας συμμετέχοντας στην επιχείρηση ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα ή στηρίζοντας τους εταίρους του Κόλπου.

Ασφαλώς και είναι θετικό να διαθέτει μια χώρα αξιοπιστία. Αλλά η αξιοπιστία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μονομερή υποχρέωση. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός καλής συμπεριφοράς. Δεν αρκεί να προσφέρεις βάσεις, υποδομές, διευκολύνσεις και στρατιωτική παρουσία σε διεθνείς αποστολές και να περιμένεις ότι κάποια στιγμή οι άλλοι θα αισθανθούν την υποχρέωση να στα ανταποδώσουν.

Οι συμμαχίες δεν λειτουργούν με συναισθηματισμούς. Λειτουργούν με βάση τα συμφέροντα, τις ισορροπίες, τα ανταλλάγματα και, κυρίως, την πραγματική ισχύ. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από τους συμμάχους μας. Σημαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ότι πρέπει να γνωρίζουμε την αξία μας μέσα στη συμμαχία, να ξέρουμε τι ζητάμε, τι προσφέρουμε και ποια είναι τα όρια που δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο εμφανές στα ελληνοτουρκικά και στα έργα συνδεσιμότητας. Για χρόνια καλλιεργείται η αντίληψη ότι η διατήρηση ενός ήπιου κλίματος, οι διακηρύξεις περί φιλίας και οι συναντήσεις κορυφής αποτελούν από μόνες τους στρατηγική. Δεν αποτελούν. Η διπλωματική αποκλιμάκωση είναι χρήσιμη μόνο όταν συνοδεύεται από καθαρούς κανόνες και ισχυρή αποτροπή. Διαφορετικά, η «ηρεμία» κινδυνεύει να μετατραπεί απλώς σε αναστολή των προβλημάτων μέχρι την επόμενη κρίση.

Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η τοποθέτηση του Μάρκο Ρούμπιο για την ηλεκτρική διασύνδεση και το καλώδιο. Όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών μιλάει για «λεπτές καταστάσεις» στις οποίες εμπλέκονται κι άλλες χώρες και υπογραμμίζει ότι τέτοια ζητήματα είναι προτιμότερο να συζητιούνται κατ’ ιδίαν, δεν πρέπει να ψάχνουμε στις λέξεις αυτό που θα θέλαμε εμείς να ακούσουμε. Πρέπει να ακούμε ακριβώς αυτό που λέγεται.

Και αυτό που λέγεται είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να υποκαταστήσει την ελληνική εξωτερική πολιτική ούτε να λύσει για λογαριασμό μας τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Το μήνυμα μπορεί να είναι δυσάρεστο, αλλά είναι χρήσιμο. Γιατί μας θυμίζει μια θεμελιώδη αλήθεια, ότι κανένας σύμμαχος δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατο της δικής μας στρατηγικής.

Το ίδιο ισχύει και για την επικοινωνιακή διάσταση της επίσκεψης. Η ομιλία του Ρούμπιο στην Πνύκα, με φόντο την Ακρόπολη, όπου τόνισε ότι σε αντίθεση με άλλα σπουδαία μνημεία του κόσμου η Ακρόπολη εξακολουθεί να ασκεί μοναδική επιρροή στη φαντασία του δυτικού κόσμου, μαζί με τις αναφορές στην αθηναϊκή δημοκρατία, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, ήταν ασφαλώς τιμητική. Αλλά η Ιστορία είναι πολύ σημαντική για να τη χρησιμοποιούμε σαν άλλοθι για την απουσία πολιτικής ουσίας.

Δεν χρειάζεται να απορρίπτουμε τις φιλοφρονήσεις. Χρειάζεται απλώς να μην τις μπερδεύουμε με δεσμεύσεις. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ακούει διαρκώς ότι είναι η «γενέτειρα της δημοκρατίας» ή υποδειγματικός σύμμαχος. Χρειάζεται να διαθέτει τέτοια στρατηγική θέση, τέτοια αποτρεπτική ισχύ και τέτοια διπλωματική αξιοπιστία ώστε οι εταίροι της να υπολογίζουν σοβαρά τα ελληνικά συμφέροντα όταν χαράζουν τη δική τους πολιτική.

Αυτό είναι και το μεγάλο έλλειμμα της σημερινής εξωτερικής πολιτικής, η υπερβολική εμπιστοσύνη στη διαχείριση της εικόνας και η ανεπαρκής επένδυση στη δημιουργία πραγματικής διαπραγματευτικής ισχύος.

Μπορείς να είσαι ο πιο συνεπής σύμμαχος, ο πιο προβλέψιμος εταίρος, ο καλύτερος οικοδεσπότης σε ένα επίσημο δείπνο. Αλλά αν δεν έχεις χαράξει τις δικές σου κόκκινες γραμμές, αν δεν έχεις οικοδομήσει αποτρεπτική ισχύ και αν δεν έχεις διαμορφώσει εναλλακτικές, τότε η αξιοπιστία σου κινδυνεύει να μετατραπεί σε δεδομένη διαθεσιμότητα.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με την προσδοκία ότι οι άλλοι θα μας προστατεύσουν επειδή είμαστε «καλά παιδιά». Χρειάζεται συμμαχίες, αλλά χρειάζεται και εθνική αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται διεθνή παρουσία, αλλά χρειάζεται και στρατηγική αυτονομία. Χρειάζεται διάλογο, αλλά χρειάζεται και αποτροπή. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια κυβέρνηση που να γνωρίζει ότι η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με ευχές, αλλά με την ικανότητα να υπερασπιστείς αποτελεσματικά όσα θεωρείς αδιαπραγμάτευτα.

Γιατί, όταν σβήσουν τα φώτα της Πνύκας, όταν ολοκληρωθούν οι συναντήσεις στο Μαξίμου, όταν τελειώσουν τα δείπνα και επιστρέψουν όλοι στα γραφεία τους, αυτό που μένει δεν είναι τα χειροκροτήματα. Είναι ο πραγματικός συσχετισμός ισχύος.

Και εδώ η Ιστορία έχει πολλά να μας διδάξει. Όχι σαν μουσειακό έκθεμα ούτε σαν διαρκές άλλοθι υπερηφάνειας, αλλά σαν υπενθύμιση ότι κανένα έθνος δεν κέρδισε τον σεβασμό επειδή απλώς περίμενε να του τον χαρίσουν οι ισχυρότεροι.

Ο Ντ. Χ. Λόρενς είχε γράψει: «Ποτέ μην εμπιστεύεσαι το δίδαγμα, εμπιστεύσου την ιστορία». Και η δική μας Ιστορία λέει κάτι πολύ απλό, ο σεβασμός δεν ζητείται. Κατακτάται.

Γι’ αυτό, το πραγματικό δίλημμα για την Ελλάδα σήμερα δεν είναι αν θα είναι με την Αμερική ή απέναντι στην Αμερική, ούτε αν θα είναι με την Ευρώπη ή έξω από την Ευρώπη. Είναι αν μέσα στις συμμαχίες της θα παραμένει ένας χρήσιμος και δεδομένος εταίρος ή αν θα είναι ένας εταίρος με δική του βούληση, δική του στρατηγική και δική του ισχύ.

Δεν χρειαζόμαστε μια Ελλάδα που θα περιμένει τα χειροκροτήματα των ισχυρών. Χρειαζόμαστε μια Ελλάδα που θα γνωρίζει την αξία της και θα ξέρει να τη μετατρέπει σε πολιτική ισχύ.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό «αδεώς και γενναίως» που απαιτούν οι καιροί. Όχι να φωνάζουμε περισσότερο, αλλά να φοβόμαστε λιγότερο. Να μιλάμε με τους συμμάχους μας χωρίς αυταπάτες, να διαπραγματευόμαστε χωρίς συμπλέγματα και να υπερασπιζόμαστε τα εθνικά μας συμφέροντα χωρίς να περιμένουμε από κανέναν να μας χαρίσει αυτό που εμείς οι ίδιοι δεν διεκδικούμε με αποφασιστικότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.