Το μεγαλύτερο γυναικείο ελάττωμα

….θα είναι για πάντα αυτό εδώ

Γράφει η Χριστίνα Γαλανοπούλου 

Στην «Προδομένη γυναίκα» το 1967 η Σιμόν Ντε Μποβουάρ παρατηρεί την ερωμένη του άντρα της με απόσταση, λεπτομέρεια και διαύγεια. Επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους προτιμήθηκε η ξένη από τη νόμιμη σύζυγο, σα να μη μιλά για τον εαυτό της, σα να μιλά για κάποια άλλη. Χειρουργικά σχεδόν, υπογραμμίζει την ομορφιά, την καλή φυσική κατάσταση, το φρέσκο της γνωριμίας, επιχειρώντας να κατανοήσει τι ήταν αυτό που διέλυσε τον γάμο της.

Ακριβώς 20 χρόνια μετά, η Catherine MacKinnon στο “Feminism Unmodified: Discources on Life and Law” παρατηρεί ότι ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο, ενώ τα αγόρια επιδιώκουν να διασφαλίσουν τη θέση τους, βελτιώνοντας τις επαγγελματικές τους δεξιότητες, τα κορίτσια -αποκλεισμένα από σοβαρά πόστα μέσα από μία σειρά νόμων-κατάλοιπων της πατριαρχίας- επιδιώκουν την οικονομική ασφάλεια, αυξάνοντας τη γοητεία που ασκούν στους άντρες.

Ασήκωτοι προβληματισμοί για πρωινό Δευτέρας του 2017 με λιακάδα, στο κέντρο της Αθήνας που πίνουμε καφέ. Παραείμαστε χαρούμενοι για τον καλό καιρό, παραέχουμε καιρό να τα πούμε, στη σάλα της καφετέριας κυριαρχεί ένας μεγάλος καθρέφτης. Η κοπέλα που μας σερβίρει -πολύ γλυκιά, πολύ νέα, πολύ χαριτωμένη, με πολύ βαρύ make up- έρχεται για την παραγγελία. Στα χέρια της κρατά ένα μηχανάκι με ηλεκτρονικό μολύβι που κρατά με δυσκολία. Κανείς μας δεν θα το πρόσεχε, αν τα νύχια της δεν ήταν τόσο εντυπωσιακά μακριά. Παίρνει την παραγγελία και φεύγει σιγοτραγουδώντας για τη μπάρα. Στον καθρέφτη κοντοστέκεται, επιθεωρεί για λίγο την εικόνα της και συνεχίζει με τις δουλειές της

Γυναίκες με απουσία ενδιαφέροντος για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, ακόμη και για αγαπημένα τους πρόσωπα, με μόνο στόχο τη βελτίωση του “έξω”. Μέσα ας κάνει χάος. Το “έξω” είναι το θέμα. Μια γενιά νάρκισσων, μια γενιά σε αιώνια εφηβεία, σε πλήρη ανάπτυξη, κάτι σαν θρίλερ, λίγο.

Όση ώρα καθόμαστε ο καθρέφτης είναι πειρασμός. Και για τον αντρικό πληθυσμό και για τον γυναικείο. Κυρίως, όμως για τον γυναικείο. Μια τρίχα που πετά εδώ, λίγο κραγιόν που έφυγε εκεί, μια καθόλου ενοχική ματιά στο σύνολο. Η διπλανή παρέα -νεαροί μόνο- προσπαθεί να πιάσει κουβέντα με την κοπέλα. Της κάνει μια κάπως ενοχλητική πλάκα για το πώς τα βγάζει πέρα με τον δίσκο με τόσο μακριά νύχια και μετά για το μακιγιάζ. Απαντά με κόμπιασμα και νάζι -είναι πελάτες, είναι υπάλληλος-, στριφογυρίζοντας στα δάχτυλα της μια τούφα μαλλιών. Επιστρέφοντας στη μπάρα, πάλι θα κοιταχτεί στον καθρέφτη. Μέχρι την ώρα που θα φύγουμε, όλο αυτό θα συμβεί πολλές φορές: και με την κοπέλα και με την πελατεία. Έχει, λοιπόν, τόση σημασία το πώς δείχνουμε, ανά πάσα στιγμή, ώστε να το επιβεβαιώνουμε όσες φορές μας δίνεται η ευκαιρία;

Μετά από τόσα δισεκατομμύρια selfies -κι άλλες τόσες που γεμίζουν κάθε μέρα την παγκόσμια δεξαμενή ναρκισισμού- λογικά δεν θα έπρεπε να ρωτάω, το ξέρω. Ξέρω, επίσης, ότι κάτω από το κείμενο θα βρω αρκετούς ορκισμένους του politically correct που θα με προτρέπουν να αφήσω τα κορίτσια να κάνουν όπως αγαπούν ή δεν θα αντιστέκονται στον πειρασμό να “στολίσουν” λιγάκι τις “άπλυτες”, “αξύριστες” και πάει λέγοντας (να ‘ναι καλά οι άνθρωποι, αλλά δεν είναι ο φεμινισμός εδώ το θέμα, πρακτικό είναι το ζήτημα). Άδικος κόπος, μεταξύ μας. Έτσι κι αλλιώς η μανία με την ομορφιά -με τον καλλωπισμό για την ακρίβεια- δεν θα κολλήσει σε κείμενα σαν αυτό. Είναι το σύγχρονο λούνα παρκ του Πινόκιο και των φίλων του, της γάτας και της αλεπούς.

Οι παρουσιάστριες -ακόμη κι οι πιο σοβαρές- κοιτάζονται στο μόνιτορ την ώρα της εκπομπής, ηθοποιοί ρωτούν πώς δείχνουν την ώρα της πρόβας, καθηγήτριες πανεπιστημίου μπορούν να σε κάνουν να μαρτυρήσεις την ώρα και τη στιγμή, όταν πρέπει να φωτογραφηθούν. Το να παίζει κάποια με τα μαλλιά της, να χαμογελά όταν την προσβάλλουν ή την ειρωνεύονται λίγο, να βάφεται στο φανάρι, να φοβάται να φάει, να χαρεί, να κινηθεί, να ρουφάει την κοιλιά, να είναι εμμονική με την εικόνα της -ή ακόμη χειρότερα ψευτο-άνετη- θεωρείται ακόμη γυναικείο χούι, προσόν (που γοητεύει).

Δεκτά, όλα δεκτά. Αλλά δεν μπορείς να μη δεις ότι πρόκειται περί σπαταλημένης δυνατότητας. Ότι η εικόνα έχει “γράψει” μέσα μας τόσο βαθιά και τόσο ειδικά που είναι αδύνατον να την ξεπεράσουμε. (Και, ναι, θα την προσέξεις την εικόνα, εξυπακούεται ότι δεν θα φωτογραφηθείς με λίγο μαρούλι ανάμεσα στα δόντια, αλλά όλο το άλλο, ειλικρινά, είναι για πέταμα).

Πώς να μη δεις τον πανικό μας τη μέρα που θα χαλάσει το σεσουάρ; Θα τελειώσει το κονσίλερ; Θα σπάσει το τακούνι; Δεν θα κουμπώνει το τζιν; Πώς να προσπεράσεις την έλλειψη φυσικότητας; Την πίστη ότι χωρίς όλα αυτά είμαστε εκτός αγοράς, όχι επιθυμητές, όχι εντός παιχνιδιού; Εν γνώσει μας συντηρούμε τις βιομηχανίες μόδας και ομορφιάς, εν γνώσει μας ταΐζουμε την υπερβολή και τις απαιτήσεις τους, εν γνώσει μας συναινούμε στη δυστυχία και την επιφάνεια. Το ’67 η Ντε Μποβουάρ έψαχνε τρόπους για να επιζήσει από το χάος της απιστίας με τη λογική, το 2017 ακόμη ελπίζουμε ότι η μέση δαχτυλίδι και το ατσαλάκωτο πρόσωπο θα μας σώσει από τη σύγκριση με κάποια άλλη, ότι όλες οι μάχες θα κερδηθούν, αν είμαστε (τουλάχιστον) καλλονές.

Δεν είναι μόνο εδώδιμο το πάθος. Στη Βρετανία ανησυχούν για την εμμονή των κοριτσιών με την ομορφιά, που από κοντά με άλλα βαρίδια δημιουργούν ένα περίεργο κοινωνικό σχηματισμό. Γυναίκες με απουσία ενδιαφέροντος για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, ακόμη και για αγαπημένα τους πρόσωπα, με μόνο στόχο τη βελτίωση του “έξω”. Μέσα ας κάνει χάος. Το “έξω” είναι το θέμα.

Μια γενιά νάρκισσων, μια γενιά σε αιώνια εφηβεία, σε πλήρη ανάπτυξη, κάτι σαν θρίλερ, λίγο.

Και μετά, όλη αυτή η αντίφαση: διαβάζω σε ρεπορτάζ της Φιλίππας Δημητριάδη τις μαρτυρίες γυναικών για την πρώτη τους φορά (λογικές και πρακτικές στα όρια του εξωφρενικού με την παρθενία να αντιμετωπίζεται ως κόσμημα, τουλάχιστον), διαβάζω σε ρεπορτάζ του Γιάννη Πανταζόπουλου ότι το ποσοστό αμβλώσεων έχει φτάσει στον Θεό και ότι η σεξουαλική ζωή ξεκινάει πλέον από τα 13 και είναι σα να μη πέρασε μέρα από τις σημειώσεις της McKinnon: ακόμη ψάχνουμε την επιβεβαίωση, την (και οικονομική) ασφάλεια με όχημα το σώμα και το πρόσωπο μας, ακόμη εκπαιδευόμαστε σε ένα μοντέλο σκέψης που μας θέλει γλυκές, χαμογελαστές, όμορφες, ψευτοσεμνές και συνεργάσιμες και αδούλευτες, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, ακόμη η αυτοπεποίθηση μας κρέμεται από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, ακόμη βουτάμε στα πολύ βαθιά ανίδεες, χωρίς ενημέρωση, με δανεικό τσαμπουκά και ό,τι ξεσηκώσαμε από περιοδικά και εκπομπές.

Το βράδυ, σε μια διαφήμιση των 30 δευτερολέπτων η φωνή του εκφωνητή λέει ότι οι βιταμίνες της τάδε εταιρείας είναι “για τον άντρα” και δείχνει κάποιον που κάνει κοπιαστική πνευματική εργασία, “τη γυναίκα” και δείχνει μια κοπέλα να χτενίζεται (!) και “το παιδί” και δείχνει ένα αγόρι…

Δεν είναι για να θυμώσεις με τον διαφημιστή: κάνει εικόνα αυτό που ζει, την ανασφάλεια, την αγωνία και την ωραιοπάθεια. Ίσως -και είναι προσωπική η άποψη- το μεγαλύτερο γυναικείο ελάττωμα, αυτό που μαραίνει τα πάντα, ακόμη και στη σαβάνα.

ΠΗΓΗ: LIFO

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.