Η ΝΔ, το 25% κι ο ιδανικός αντίπαλος
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Με βάση τις τελευταίες δημοσκοπήσεις η ΝΔ βρίσκεται περίπου στο μέσο ανάμεσα στην επίτευξη της αυτοδυναμίας (που απαιτεί τουλάχιστον 36-37%) και την πλήρη απώλεια του μπόνους εδρών που προβλέπει ο εκλογικός νόμος (δηλαδή κάτω από 25%).
Ανεξάρτητα από το αν υπάρξουν νέα κόμματα που μπορεί να την πλήξουν περαιτέρω εκλογικά, αν και οι επίσημες δηλώσεις μιλούν για προσπάθειες που δεν την αγγίζουν κι ότι όσοι τα επιλέξουν ήδη δεν θα ψήφιζαν τη ΝΔ, το ζητούμενο είναι αν υπάρχει η δυνατότητα να περιοριστούν τα ανοιχτά μέτωπα ή αν πλέον η ρήξη με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς θεωρείται οριστική και αμετάκλητη, κι αν όχι πόσοι κεντροδεξιοί προσανατολισμένοι στην αποχή θα επανέλθουν στην κάλπη, μειώνοντας τα ποσοστά όλων των υπαρχόντων κομμάτων.
Η πρόσφατη συνέντευξη του πρωθυπουργού μάλλον δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Παρά το γεγονός ότι αποδέχτηκε τον ιστορικά θετικά ρόλο του Αντώνη Σαμαρά ως πρωθυπουργού, οι φιλοφρονήσεις δεν περισσεύαν για κανέναν από τους δύο ηγέτες και η κριτική τους υποβιβάστηκε σε επίπεδο… προσωπικών εμμονών!
Την ίδια στιγμή η ΝΔ μοιάζει να διαλέγει αντίπαλο στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Όχι επειδή τον θεωρεί υποχρεωτικά ευκολότερο αλλά έχοντας στο μυαλό έναν πιθανό δεύτερο γύρο. Γνωρίζει μεν ότι στην πρώτη κάλπη η ΕΛΑΣ έχει αυξημένες πιθανότητες να τερματίσει δεύτερη λόγω της πολυσυλλεκτικότητας και της πρωθυπουργικής εικόνας του Τσίπρα σε ένα συγκεκριμένο κοινό που αρκεί για να κινηθεί καθαρά πάνω από 15%, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ που έχασε την ευκαιρία της ολικής επανατοποθέτησης στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας εγκλωβισμένο στον μικρομεγαλισμό.
Ελπίζει η ΝΔ ότι σε μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση θα λειτουργήσει ακόμη πιο έντονα η συσπείρωση γύρω της απέναντι στην πιθανότητα επανόδου του Τσίπρα κι ότι αυτή η συσπείρωση μπορεί να έχει ήδη επιτευχθεί εν μέρει κι από την πρώτη κάλπη. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται να συμβεί έως ένα βαθμό αλλά υπάρχουν δύο ερωτηματικά. Το ένα αφορά το πόσο βαθύ μπορεί να αποδειχθεί το ρήγμα με τους παραδοσιακούς της ψηφοφόρους, σε βαθμό που η τιμωρία της τωρινής ηγετικής ομάδας να θεωρηθεί πιο σημαντική από μια πρόσκαιρη ευρύτερη κυβερνητική κρίση. Το άλλο, έχει να κάνει με το πώς θα διαμορφωθούν συνολικά τα μέτωπα του δεύτερου γύρου κι αν θα θυμίζουν τον Ιούνιο του 2012.
Τότε υπήρχε σαφής κι απολύτως διαχωρισμός. Τώρα η μεταλλαγμένη εκδοχή του Τσίπρα δεν αποκλείεται να είναι λιγότερο αποκρουστική και σε πιο κεντρώα ακροατήρια. Ενώ το ΠΑΣΟΚ στη αντίστοιχη θέση θα διέθετε δεδομένα μικρότερη δυναμική ανόδου αφού για ένα σημαντικό κομμάτι της αριστεράς παραμένει η μνημονιακή πληγή.
Το κρίσιμο σημείο σε αυτή την ανάλυση είναι το 25%. Αν η ΝΔ κινείται πιο κοντά ή και πάνω από 30%, τότε το φόβητρο Τσίπρας μπορεί να λειτουργήσει. Αν όμως η αποσυσπείρωση την ρίξει κοντά ή κάτω από 25%, τότε η αίσθηση της αδυναμίας αυτοδυναμίας θα φέρει στην επιφάνεια αντανακλαστικά κατακερματισμού του πολιτικού σκηνικού κι όχι συνοχής. Και τότε μια δεύτερη κάλπη μπορεί να κρύβει δυσάρεστες εκπλήξεις για όλους!

