Η ψευδαίσθηση ότι οι ανοιχτές πληγές της παράταξης θα γιατρευτούν με τη σιωπή

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Θυμάμαι τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου να λέει όταν ήμουνα παιδί και κάπου χτυπούσα σοβαρά: «Μην το σκέφτεσαι και θα περάσει». Φυσικά και δεν περνούσε το τραύμα, ούτε ο πόνος που αυτό προκαλούσε. Αλλά η γιαγιά μου το πίστευε πραγματικά, και προσπαθούσε να το περάσει και σε εμένα, ότι αν σταματήσεις να σκέφτεσαι κάτι, αυτό θα σταματήσει αυτόματα και να υπάρχει. Αυτή ακριβώς τη λογική επιστρατεύει σήμερα η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, προσπαθώντας να μας πείσει ότι αν απλώς προσπεράσουμε ή σβήσουμε τις ιδεολογικές της ρίζες, το πρόβλημα θα εξαφανιστεί. Το τραύμα, όμως, της παράταξης είναι βαθύ και δεν κρύβεται.

Για χρόνια ολόκληρα ζούσαμε έναν άγριο, πραγματικό διπολισμό, με την Αριστερά από τη μία και τη Δεξιά από την άλλη να συγκρούονται στα χαρακώματα για τις αρχές τους. Μόνο που σήμερα, μετά τη συνολική μετάλλαξη της Κεντροδεξιάς, αν κάτσεις και δεις την κατρακύλα και των δύο, καταλαβαίνεις ότι όλη αυτή η ιστορική σύγκρουση κατέληξε να είναι μια κούφια βιτρίνα. Με τη ΝΔ να έχει απαρνηθεί την ταυτότητα της, το να ψάχνεις να βρεις πραγματικές διαφορές ανάμεσα στους δύο βασικούς παίκτες του συστήματος είναι πια χάσιμο χρόνου.

Η πορεία της Νέας Δημοκρατίας προς την εξουσία και η σταδιακή απώλεια της ταυτότητας της είναι σαν φωτοτυπία της τροχιάς του ΣΥΡΙΖΑ. Ξεκίνησαν και οι δύο από βαριές, συμπαγείς ιδεολογικές αφετηρίες και κατέληξαν, μέσα από βαθύς συμβιβασμούς, απλοί και κυνικοί διαχειριστές της καρέκλας. Αν η «Πρώτη Φορά Αριστερά» ξεκίνησε από τον ρομαντισμό του ΚΚΕ Εσωτερικού και τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Χαρίλαο Φλωράκη, την Μαρία Δαμανάκη και τον Νίκο Κωνσταντόπουλο αλλά και από αγωνιστές και ιδεολόγους σαν τον Χρόνη Μίσσιο, τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Μανώλη Γλέζο για να καταλήξει στον κυνισμό του Τσίπρα, η Κεντροδεξιά έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα από την ανάποδη, αρχίζοντας από το μακρινό 1974.

Τότε, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ίδρυσε τη Νέα Δημοκρατία για να σβήσει τις αμαρτίες της παλιάς, σκληρής Δεξιάς. Μίλησε για «Ριζοσπαστικό Φιλελευθερισμό», πήγε κόντρα στο λαϊκιστικό ρεύμα της εποχής και έβαλε την Ελλάδα στην Ευρώπη. Το κόμμα τότε είχε μέσα αστούς τεχνοκράτες, ανθρώπους με βαρύ πνευματικό και εθνικό εκτόπισμα, όπως τον Παπαληγούρα, τον Ράλλη και τον Μολυβιάτη. Υπήρχε πίστη στο έθνος, στους θεσμούς, στις παραδοσιακές αξίες. Όταν έφυγε ο Ιδρυτής, άνοιξε ένας μεγάλος κύκλος.

Ο Γεώργιος Ράλλης και ο Ευάγγελος Αβέρωφ κράτησαν την παράταξη όρθια απέναντι στην επέλαση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο καθένας με το στυλ του. Ο ένας με αστική ευγένεια και ο άλλος ως θεματοφύλακας των παραδοσιακών εθνικών αντανακλαστικών της βάσης, χωρίς όμως να ξεπουλήσουν τις αρχές τους.

Μετά ήρθε η περίοδος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, και εκεί η ισορροπία χάλασε για τα καλά. Για την παραδοσιακή Δεξιά, η εποχή εκείνη έχει καθαρά αρνητικό πρόσημο. Έφερε έναν άκαμπτο, δογματικό νεοφιλελευθερισμό που έδιωξε τη λαϊκή βάση του κόμματος. Στα εθνικά θέματα μπήκε μια λογική συμβιβασμού, ειδικά στο Σκοπιανό, με εκείνη την περίφημη ατάκα ότι «σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το όνομα», κάτι που άνοιξε τεράστια πληγή στην παράταξη. Συν που στην οικονομία, οι άγριες ιδιωτικοποιήσεις ταυτίστηκαν με τη διαπλοκή και τα σκάνδαλα. Θυμήσου την Καλτσεστρούτσι και το ξεπούλημα της ΑΓΕΤ-Ηρακλής, μια ιστορία που έφτασε να συνδεθεί μέχρι και με τη Μαφία στην Ιταλία. Αυτό ήταν τεράστιο χτύπημα για το κύρος της Δεξιάς, γιατί στα μάτια του κόσμου η «μεταρρύθμιση» έγινε συνώνυμο με την αδιαφάνεια και το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου.

Για να μαζευτεί το πράγμα, ο Μιλτιάδης Έβερτ προσπάθησε μετά να ξαναγυρίσει το κόμμα στις λαϊκές του ρίζες και στον κοινωνικό φιλελευθερισμό, κόντρα στην τεχνοκρατική στροφή. Μετά ανέλαβε ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος με το σύνθημα του «Μεσαίου Χώρου» κατάφερε να ενώσει πολύ κόσμο. Κράτησε ψηλά την κοινωνική συνοχή και έβγαλε πατριωτικό τσαγανό. Μην ξεχνάμε το «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν και το ιστορικό βέτο στο Βουκουρέστι το 2008 που θωράκισε τα εθνικά μας δίκαια.

Κι ύστερα, μέσα στη θύελλα των μνημονίων, η σκυτάλη πήγε στον Αντώνη Σαμαρά. Ο Σαμαράς, παρά το απίστευτο στρίμωγμα, κράτησε τη χώρα στο ευρώ, υπερασπίστηκε με νύχια και με δόντια την εθνική ταυτότητα και αρνήθηκε να ισοπεδώσει τις παραδοσιακές αξίες. Δεν συνθηκολόγησε ιδεολογικά. Όταν έφυγε, το κόμμα πέρασε για λίγο στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος έβαλε πλάτη στο διχαστικό δημοψήφισμα, κρατώντας τις ισορροπίες και εκπροσωπώντας την αυθεντική, λαϊκή Δεξιά, μέχρι να ανοίξει ο δρόμος για τη μεγάλη αλλαγή.

Και κάπου εκεί φτάνουμε στην οριστική μετάλλαξη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εκεί υπογράφηκε το πραγματικό «συμβόλαιο», αφού η παραδοσιακή βάση έπρεπε να κάτσει στη γωνία και να σιωπήσει, να ξεχάσει τις συντηρητικές της αξίες, με μοναδικό αντάλλαγμα να είναι το κόμμα στην εξουσία. Η Νέα Δημοκρατία έγινε ένας πολιτικός χαμαιλέοντας. Ένα κόμμα-μάνατζερ που αγκάλιασε τη woke κουλτούρα, ψήφισε τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων του το συναίσθημα των νεοδημοκρατών, και αντικατέστησε την καθαρή πολιτική με επιδόματα, pass και επικοινωνιακά κόλπα.

Όλη αυτή η ιστορική διαδρομή, γεμάτη πρόσωπα και αγώνες της βάσης, επιχειρήθηκε μάλιστα να σβηστεί με έναν τρόπο εντελώς προκλητικό. Στο Συνέδριο της ΝΔ, ο Μητσοτάκης έστησε τη δική του σκηνοθεσία, βάζοντας να παιχτεί ένα βίντεο για την πορεία του κόμματος που έδειχνε μόνο τον ιδρυτή, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και μετά κατευθείαν τον εαυτό του! Εξαφάνισε όλους τους ενδιάμεσους αρχηγούς. Και ορθά ο Αντώνης Σαμαράς μίλησε για το αυτονόητο: «Αν είναι δυνατόν ! Δηλαδή ένα βίντεο μόνο με την αρχή και το τέλος της Νέας Δημοκρατίας… Άραγε οι δυό τους να μοιάζουν μόνο σε αυτά;». Με απλά λόγια, ο πρώτος άνοιξε την παράταξη απλώς για να έρθει ο δεύτερος να της βάλει λουκέτο.

Αυτή η διολίσθηση δείχνει πεντακάθαρα τον απόλυτο παραλληλισμό ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μιλάμε για δύο ηγέτες που θυσίασαν τις αρχές των κομμάτων τους για την καρέκλα. Ο Τσίπρας πούλησε τις αυταπάτες της Αριστεράς υπογράφοντας το τρίτο Μνημόνιο, ο Μητσοτάκης πούλησε τις συντηρητικές αξίες της Δεξιάς για χάρη της woke ατζέντας. Και στα εθνικά; Ίδιο έργο. Ο Τσίπρας χάρισε το όνομα και την εθνότητα της Μακεδονίας με τις Πρέσπες. Ο Μητσοτάκης, ενώ προεκλογικά έκανε τον μακεδονομάχο, μετά τις εκλογές εφάρμοσε τη συμφωνία κατά γράμμα, φέρνοντας παράλληλα τα «ήρεμα νερά» και την πολιτική του κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία στο Αιγαίο.

Ακόμα και στο πώς κυβερνούν μοιάζουν, αφού ο έλεγχος που ήθελε η «Αριστερά» στα κανάλια και τη Δικαιοσύνη έγινε τώρα το «Επιτελικό Κράτος» του Μαξίμου με τις υποκλοπές, ενώ η ίδια αντιγραφή συνεχίζεται και στην οικονομία, όπου εκεί που ο Τσίπρας υπερφορολογούσε τη μεσαία τάξη για να μαζέψει ματωμένα πλεονάσματα και να τα μοιράσει μετά σε επιδόματα, τώρα ο Μητσοτάκης κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με τα δικά του pass, κρατώντας τον κόσμο εξαρτημένο από το κράτος.

Γι’ αυτό και ο Αντώνης Σαμαράς έχει απόλυτο δίκιο όταν φωνάζει ότι ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία είναι πλέον οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Μητσοτάκης δεν νίκησε ποτέ τον Τσίπρα, απλώς πήρε τον «τσιπρισμό» και τον μετακόμισε μέσα στη Νέα Δημοκρατία, αδειάζοντας την από κάθε πατριωτικό έρμα. Κοίτα, λοιπόν, σήμερα τον ΣΥΡΙΖΑ που διαλύεται και αλληλοσπαράζεται. Αυτό το χάλι δεν είναι απλά ένα πρόβλημα της Αριστεράς, αλλά ο καθρέφτης του τι παθαίνει όποιος χάνει την ψυχική και ιδεολογική του ταυτότητα.

Και κάπου εδώ ξαναέρχεται στο μυαλό μου η γιαγιά μου. Γιατί η σημερινή ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας λειτουργεί ακριβώς έτσι, με τη λογική του «μην το σκέφτεσαι και θα περάσει». Πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι αν σβήσουν τους ενδιάμεσους αρχηγούς από ένα βίντεο, αν κάνουν πως δεν βλέπουν τη λαϊκή βάση που βράζει και αν σταματήσουν να μιλούν για το βαθύ ιδεολογικό τραύμα που προκάλεσαν στην παράταξη, αυτό θα σταματήσει ως διά μαγείας να υπάρχει. Όμως η πραγματικότητα τους διαψεύδει οικτρά. Ο πόνος της μετάλλαξης είναι εδώ, η πληγή παραμένει ανοιχτή, αιμορραγεί και καμία επικοινωνιακή «σκηνοθεσία» δεν μπορεί να τη γιατρέψει.

Όταν στην πολιτική, όπως και στη ζωή, κάνεις πως δεν βλέπεις το τραύμα, εκείνο απλώς κακοφορμίζει. Γι’ αυτό και η προειδοποίηση του Σαμαρά είναι μια αληθινή γροθιά στο στομάχι, αφού αν ξεχάσεις ποιον εκπροσωπείς και από πού ξεκίνησες, η κατάρρευση δεν είναι ένα μακρινό σενάριο φαντασίας, αλλά η απόλυτη νομοτέλεια της Ιστορίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.