Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XX
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Η Ελλάδα του 2030 ακούγεται σαν ένας προορισμός που βρίσκεται πάντα λίγο πιο μακριά από τον ορίζοντα. Κάθε εποχή κατασκευάζει τη δική της εκδοχή του μέλλοντος. Κάποτε ήταν ο εκσυγχρονισμός. Αργότερα η ανάπτυξη. Σήμερα είναι μια χρονολογία.
Το ζήτημα δεν βρίσκεται στην ανάγκη ενός οράματος. Οι κοινωνίες χρειάζονται προορισμό. Το ζήτημα εμφανίζεται όταν το μέλλον αρχίζει να λειτουργεί ως καταφύγιο από το παρόν. Όταν η συζήτηση μεταφέρεται διαρκώς σε όσα θα συμβούν σε τέσσερα ή πέντε χρόνια, ενώ οι πολίτες προσπαθούν να διαχειριστούν όσα συμβαίνουν σήμερα.
Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια σοβαρή διαδικασία. Ίσως η σοβαρότερη που μπορεί να ανοίξει μια δημοκρατία σε καιρό ειρήνης. Όμως τα Συντάγματα έχουν μια ιδιότητα που συχνά λησμονείται. Δεν θεραπεύουν από μόνα τους τις αδυναμίες μιας πολιτείας. Θέτουν όρια, διαμορφώνουν κανόνες, ορίζουν ισορροπίες. Η εφαρμογή τους παραμένει υπόθεση πολιτικής βούλησης.
Η Ελλάδα δεν υποφέρει σήμερα από έλλειψη συνταγματικών διατάξεων. Διαθέτει θεσμικό οπλοστάσιο μεγαλύτερο από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί όπου δυσκολεύεται είναι στη συνέπεια της εφαρμογής. Η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την αργή απονομή της. Η αξιολόγηση στο Δημόσιο παραμένει περισσότερο αντικείμενο συζήτησης παρά καθημερινή πρακτική. Η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται παρά τη διαδοχή μέτρων και προγραμμάτων. Πριν αναζητήσουμε νέους κανόνες, οφείλουμε να αναρωτηθούμε γιατί οι υπάρχοντες εφαρμόζονται τόσο ατελώς.
Η έξοδος από τη λίστα των μακροοικονομικών ανισορροπιών αποτελεί θετική εξέλιξη. Καμία σοβαρή χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με αδιαφορία τη βελτίωση της διεθνούς οικονομικής της θέσης. Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στους δείκτες και στην εμπειρία. Οι Βρυξέλλες αξιολογούν οικονομίες. Οι κοινωνίες αξιολογούν τη ζωή τους.
Ο πολίτης δεν βιώνει τη χώρα μέσα από πίνακες και εκθέσεις. Τη βιώνει στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στη δυσκολία να αποταμιεύσει ή να σχεδιάσει το μέλλον των παιδιών του. Για αυτό και η απόσταση ανάμεσα στη βελτίωση των δεικτών και στο κοινωνικό αίσθημα παραμένει μεγάλη. Η οικονομία έχει δύο πρόσωπα. Το λογιστικό και το ανθρώπινο. Η πολιτική οφείλει να λογοδοτεί και στα δύο.
Η κωδικοποίηση της πολεοδομικής νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Η Ελλάδα, άλλωστε, διαθέτει μια σχεδόν ιστορική αδυναμία να παράγει κανόνες χωρίς να καταφέρνει πάντοτε να παράγει βεβαιότητα. Κάθε νέα κυβέρνηση υπόσχεται απλοποίηση. Κάθε νέα δεκαετία κληρονομεί περισσότερους νόμους.
Ο πολίτης, όμως, δεν ενδιαφέρεται για τον αριθμό των σελίδων ενός κώδικα. Ενδιαφέρεται για το αν μπορεί να αξιοποιήσει την περιουσία του, να επενδύσει, να χτίσει ή να επιχειρήσει χωρίς να εγκλωβίζεται σε ένα πλέγμα αντικρουόμενων αποφάσεων, καθυστερήσεων και διοικητικής αβεβαιότητας. Εκεί θα κριθεί η επιτυχία της μεταρρύθμισης.
Το ίδιο ισχύει και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Οι ανακαινίσεις νοσοκομείων είναι χρήσιμες. Οι υποδομές έχουν σημασία. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργεί με εγκαταστάσεις που παραπέμπουν σε άλλη εποχή. Ωστόσο η υγεία δεν είναι πρωτίστως υπόθεση κτιρίων. Είναι υπόθεση ανθρώπων.
Ένα νοσοκομείο χωρίς επαρκείς γιατρούς, νοσηλευτές και προσωπικό θυμίζει συχνά τη διαχρονική ελληνική παθογένεια. Την τάση να επενδύουμε στο περίβλημα περισσότερο από το περιεχόμενο. Ο ασθενής δεν θεραπεύεται από τα εγκαίνια. Θεραπεύεται από ένα σύστημα που λειτουργεί αξιόπιστα όταν το χρειαστεί.
Η αύξηση του ακατάσχετου ορίου προσφέρει ανακούφιση σε χιλιάδες πολίτες. Ταυτόχρονα φωτίζει μια λιγότερο ευχάριστη πραγματικότητα. Τον αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με χρέη, οφειλές και οικονομική πίεση. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην προστασία όσων έχουν ήδη φτάσει στο όριο. Οφείλει να επεκτείνεται στις αιτίες που τους οδήγησαν εκεί.
Η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο. Η τεχνολογία μπορεί να περιορίσει στρεβλώσεις και να ενισχύσει τη διαφάνεια. Όμως η ποιότητα της εργασίας δεν εξαντλείται στην καταγραφή της. Κρίνεται από τις αμοιβές, τις προοπτικές, την επαγγελματική ασφάλεια και τη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να σχεδιάσει τη ζωή του στη χώρα του.
Η Ελλάδα συνεχίζει να χάνει ένα μέρος του πιο παραγωγικού της δυναμικού. Όσο αυτό συμβαίνει, κάθε συζήτηση για την αγορά εργασίας παραμένει ανοιχτή.
Η νέα πλατφόρμα ενημέρωσης των πολιτών διευκολύνει την επικοινωνία με το κράτος. Η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία. Δεν αρκεί όμως να γνωρίζει ο πολίτης σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεσή του. Χρειάζεται και η υπόθεση να προχωρά γρήγορα. Η τεχνολογία βελτιώνει τη διαφάνεια. Δεν υποκαθιστά την αποτελεσματικότητα.
Τα προγράμματα στήριξης των οικογενειών και των ατόμων με αναπηρία έχουν θετικό πρόσημο. Εντάσσονται όμως σε ένα περιβάλλον όπου το δημογραφικό πρόβλημα αποκτά πλέον χαρακτηριστικά εθνικής πρόκλησης. Η Ελλάδα γερνά. Γεννά λιγότερα παιδιά. Βλέπει κοινότητες να συρρικνώνονται και περιοχές να χάνουν πληθυσμό.
Τα επιμέρους προγράμματα είναι χρήσιμα. Το πρόβλημα, όμως, απαιτεί κάτι ευρύτερο. Μια συνεκτική στρατηγική που θα συνδέει την οικογένεια με τη στέγη, την εργασία, την περιφερειακή ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής.
Η συμμετοχή γυναικών σε εθελοντική στρατιωτική θητεία αποτελεί ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία. Η πραγματική συζήτηση για την άμυνα της χώρας βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στην αποτρεπτική ισχύ, στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, στην υποστήριξη του προσωπικού και στην προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα.
Η επιστροφή κυπριακών αρχαιοτήτων υπενθυμίζει ότι ο πολιτισμός και η ιστορία δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι στοιχεία μνήμης και ταυτότητας. Μακάρι η ίδια προσήλωση να χαρακτηρίζει συνολικά τη στάση μας απέναντι στα ζητήματα που αφορούν τον Ελληνισμό σε μια περιοχή όπου η σταθερότητα κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι.
Η ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας είναι αναγκαία. Κάθε χρόνο ακούμε για νέα μέσα, νέα οχήματα, νέα σχέδια. Η πραγματική αξιολόγηση, όμως, δεν γίνεται στις παρουσιάσεις. Γίνεται όταν ξεσπά η κρίση. Τότε φαίνεται αν το κράτος πρόλαβε τα γεγονότα ή αν απλώς τα ακολούθησε.
Η βράβευση πρωτοβουλιών όπως το «Αμοργόραμα» αποκαλύπτει μια άλλη Ελλάδα. Μια Ελλάδα δημιουργική, επίμονη και συχνά πιο μπροστά από τους θεσμούς της. Το παράδοξο είναι ότι πολλές από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες επιτυχίας γεννιούνται παρά τις αδυναμίες του κράτους και όχι εξαιτίας της υποστήριξής του.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης για το 2030.
Τα οράματα έχουν αξία. Οι χρονολογίες επίσης. Αρκεί να μη μετατρέπονται σε υποκατάστατο της πραγματικότητας. Ο πολίτης δεν ζει μέσα στις παρουσιάσεις. Ζει μέσα στις επιλογές που καθορίζουν την καθημερινότητά του. Στην εργασία του, στο κόστος ζωής, στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, στην προοπτική των παιδιών του.
Εκεί θα κριθεί τελικά αν η Ελλάδα βαδίζει προς μια ουσιαστική αλλαγή ή αν απλώς μεταθέτει, για μία ακόμη φορά, τις πιο δύσκολες απαντήσεις στο μέλλον.

