Η σταθερότητα του αδιεξόδου ενόψει του δύσκολου χειμώνα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Παρακολουθώντας κανείς τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ΣΚΑΪ 100,3, είχε την αίσθηση ότι άκουγε μια περιγραφή για μια άλλη, εικονική χώρα. Μια χώρα όπου στο Αιγαίο πνέει απλώς «ένα ελαφρύ αεράκι», τα γεωπολιτικά αδιέξοδα βαφτίζονται «αναντικατάστατοι αμερικανικοί έπαινοι» από τον Μάρκο Ρούμπιο και η εμμονή στην εξουσία παρουσιάζεται ως «αναγκαία σταθερότητα ενόψει δύσκολου χειμώνα».
Όμως, υπάρχει ένα πολύ γνωστό θεώρημα στην οικονομική επιστήμη, το Πρώτο Θεώρημα Ευημερίας, που περιγράφει πότε μια αγορά κατανέμει σωστά τους πόρους μιας κοινωνίας. Όταν αυτές οι συνθήκες λείπουν, η αγορά απλά δυσλειτουργεί. Παράγει στρεβλώσεις, ανισότητες και αδιέξοδα.
Κάτι αντίστοιχο ζούμε σήμερα στην Ελλάδα. Όχι μόνο στην οικονομία, αλλά στην ίδια την πολιτική. Η κυβέρνηση επιχειρεί να μας πουλήσει ως «επιτυχία» μια πραγματικότητα που ακυρώνει καθημερινά το ίδιο της το αφήγημα. Ο κατευνασμός βαφτίστηκε «ήρεμη δύναμη», η στασιμότητα βαφτίστηκε σταθερότητα, τα επιδόματα βαφτίστηκαν ανάπτυξη και η επικοινωνία πήρε τη θέση της ουσίας.
Αν βγει όμως κανείς έξω από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά στούντιο, βλέπει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Πίσω από τους δείκτες και τις καλοστημένες παρουσιάσεις, τα προβλήματα μαζεύονται βουνό.
Και να ξεκινήσουμε από τα εθνικά θέματα. Επί χρόνια μας παρουσίαζαν ως «επιτυχία» την πολιτική των χαμηλών τόνων απέναντι στην Τουρκία. Στην πράξη όμως, τι βλέπουμε; Βλέπουμε την Άγκυρα να διευρύνει τις διεκδικήσεις της, να επιβάλλει τη δική της ατζέντα και να εκμεταλλεύεται κάθε αδυναμία μας. Η Ελλάδα τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει, ενώ στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο η επιρροή μας συρρικνώνεται.
Την ίδια ώρα, στην οικονομία, η «ισχυρή Ελλάδα» της κυβέρνησης συγκρούεται με την πραγματική ζωή του πολίτη. Η ακρίβεια έχει εγκατασταθεί για τα καλά, οι μισθοί εξανεμίζονται, τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί και οι μικρομεσαίοι πνίγονται από φόρους, εισφορές και ενεργειακά βάρη. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους δείκτες ανάπτυξης. Αλλά ας μας απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα… Γιατί οι πολίτες νιώθουν φτωχότεροι, αφού η χώρα υποτίθεται πως ευημερεί;
Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει κανένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Η χώρα συνεχίζει να στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στα ευρωπαϊκά κονδύλια. Το Ταμείο Ανάκαμψης υποτίθεται θα άλλαζε την οικονομία, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία της αγοράς νιώθει εντελώς αποκλεισμένη από τα οφέλη του.
Κοιτάξτε τι έγινε και με την ενέργεια. Επιλέχθηκε μια βίαιη, ιδεοληπτική πράσινη μετάβαση χωρίς κανένα σοβαρό σχέδιο για την ενεργειακή μας επάρκεια και το κόστος. Η απολιγνιτοποίηση παρουσιάστηκε ως θρίαμβος, αλλά τελικά καταλήξαμε εξαρτημένοι από εισαγωγές και από ένα ευρωπαϊκό μοντέλο τιμολόγησης που εκτόξευσε τους λογαριασμούς. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις πλήρωσαν το μάρμαρο μιας πολιτικής που σχεδιάστηκε περισσότερο για να εντυπωσιάσει τις Βρυξέλλες παρά για να προστατεύσει τους Έλληνες.
Και ερχόμαστε στο σήμερα, όπου η ίδια η πραγματικότητα εκθέτει την κυβέρνηση. Βλέπουμε να εγκρίνεται η ενεργειακή ρήτρα διαφυγής, που δίνει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο. Για ποιον λόγο όμως; Όχι για να ανακουφιστούν άμεσα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από το εξωφρενικό κόστος του ρεύματος, αλλά για να χρηματοδοτηθούν κι άλλα νέα ενεργειακά έργα, δίκτυα και μπαταρίες! Με απλά λόγια, η χώρα καλείται να βρει νέους πόρους για να διορθώσει τις στρεβλώσεις της αγοράς ενέργειας που η ελληνική κυβέρνηση προκάλεσε πρακτικά όμως με το να τροφοδοτήσει ακόμα περισσότερο το ίδιο μοντέλο που τις δημιούργησε.
Παράλληλα, η κοινωνία έχει λυγίσει. Το δημογραφικό εξελίσσεται σε υπαρξιακή απειλή, τα νέα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό, η μεσαία τάξη συρρικνώνεται και ολόκληρες γενιές αδυνατούν να προγραμματίσουν το μέλλον τους.
Στην Υγεία και την Παιδεία οι εξαγγελίες περισσεύουν, αλλά οι ελλείψεις φωνάζουν. Στη Δικαιοσύνη, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται καθημερινά από καθυστερήσεις και σκιές μεροληψίας. Το κράτος δικαίου δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις, αλλά από τη λειτουργία των θεσμών, και οι θεσμοί μας σήμερα νοσούν.
Και μέσα σε όλα αυτά, το μεταναστευτικό συνεχίζει να πιέζει. Παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, τα νησιά, οι τοπικές κοινωνίες και οι δημόσιες υπηρεσίες σηκώνουν βάρη που αποδεικνύουν την απουσία μιας συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής.
Και απέναντι σε αυτή την κατάρρευση, τι μας απαντά ο Πρωθυπουργός; Επικαλείται τη «σταθερότητα» και αποκλείει τις πρόωρες εκλογές, λέγοντας μας ότι χρειαζόμαστε μια «σταθερή κυβέρνηση ενόψει δύσκολου χειμώνα».
Ας αναρωτηθούμε όμως… Ποιος δημιούργησε αυτόν τον δύσκολο χειμώνα; Η επίκληση της σταθερότητας, όταν η κοινωνία φτωχοποιείται και το κράτος δυσλειτουργεί, δεν είναι σταθερότητα ευημερίας, αλλά η σταθερότητα του αδιεξόδου. Εγκλωβίζουν τη χώρα σε μια τεχνητή «σταθερότητα» απλά και μόνο για να διατηρήσουν την εξουσία, την ώρα που απέχουμε έτη φωτός από τις πραγματικές συνθήκες ευημερίας που δικαιούται ο ελληνικός λαός.
Όλα αυτά δεν συνθέτουν την εικόνα μιας χώρας που θα καταστραφεί αν φύγει ο Μητσοτάκης. Συνθέτουν την εικόνα μιας χώρας που συσσωρεύει κινδύνους ακριβώς επειδή η κυβέρνηση έβαλε την επικοινωνία πάνω από την ουσία.
Οι πολίτες δεν ψάχνουν άλλο ένα καλοστημένο παραμύθι. Αναζητούν μια καλύτερη πραγματικότητα. Δεν ζητούν άλλα pass, άλλες παρουσιάσεις και άλλα επικοινωνιακά τρικ. Ζητούν ασφάλεια, αξιοπρέπεια, προοπτική και μια πατρίδα που παράγει πλούτο αντί να μοιράζει χαρτζιλίκια.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η Ιστορία δεν θυμάται ποιος διαχειρίστηκε καλύτερα τα κανάλια και την εικόνα του. Θυμάται ποιος άφησε τη χώρα ισχυρότερη. Και όσο η κυβέρνηση μπερδεύει την επικοινωνία με την πραγματικότητα, τόσο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα που προβάλλεται στα δελτία και στην Ελλάδα που ζούμε όλοι εμείς κάθε μέρα.

